ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΟΥ ΜΑΓΙΚΟΥ

eikona27Ελληνικό σχολείο στο Μαγικό λειτούργησε πρώτη φορά το 1926, στην κατοικία του Φεήμ Μπεή, στο μεγάλο τσιφλίκι. Πρώτη δασκάλα ήταν η κυρία Καλλιόπη (το επίθετο της δε διασώθηκε, αφού τα αρχεία του σχολείου καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής). Τα παιδιά ήταν πάρα πολλά καθώς με τη μεσολάβηση του πολέμου και της προσφυγιάς, στερήθηκαν τη μόρφωση πολλά παιδιά που είχαν μεγαλώσει, αλλά πήγαν στο σχολείο γιατί ήθελαν να μάθουν να γράφουν έστω το όνομά τους.

Η μόρφωση τότε, δεν ήταν υποχρεωτική και πολλά παιδιά χρησιμοποιούνταν στις αγροτικές εργασίες καθώς η επιβίωση προείχε της εκπαίδευσης. Κάποια παιδιά δεν πήγαν καθόλου στο σχολείο και άλλα πήγαιναν μόνο όταν δεν ήταν εποχή που είχε πολύ δουλειά στα χωράφια.

Το 1927, άρχισε να χτίζεται στην πλατεία του χωριού, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η παιδική χαρά, το καινούργιο σχολείο. Ολοκληρώθηκε το 1929 και είχε δύο αίθουσες διδασκαλίας, ένα γραφείο, ένα δωμάτιο για τη διαμονή του δασκάλου και υπόγειο για αποθηκευτικό χώρο. Πρωτολειτούργησε με δάσκαλο τον κύριο Χατζίκα Γεώργιο που το 1932 αντικαταστάθηκε από τον κύριο Ταμιολάκη Κωνσταντίνο ο οποίος άφησε εποχή. Όλοι όσοι είχαν την τύχη να είναι μαθητές του, τον θυμούνται και τον μνημονεύουν με τα καλύτερα λόγια. Ήταν δάσκαλος του χωριού μέχρι την ημέρα που το σχολείο έκλεισε με την κήρυξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, οπότε έφυγε για να καταταγεί και δεν γύρισε ποτέ πίσω. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Κατά διάρκεια της κατοχής, το σχολείο χρησιμοποιούνταν από τις βουλγαρικές αρχές ως κατάλυμα και άνοιξε και πάλι για να δεχτεί τα παιδιά που το είχαν στερηθεί, το Σεπτέμβρη του 1945 με δάσκαλους τον κύριο Τοπαλίδη Μιχαήλ και τον κύριο Βαμβακίδη Δαμιανό οι οποίοι μάλιστα ήταν από το χωριό μας. Εξαιτίας του πολέμου, δεν υπήρχε επάρκεια δασκάλων αποφοίτων της Ακαδημίας ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες των σχολείων και έτσι οι πιο γραμματιζούμενοι κλήθηκαν να εκτελέσουν χρέη κοινοτικών εκπαιδευτικών.

Ο πόλεμος υπήρξε ο λόγος που πολλά παιδιά στερήθηκαν το αγαθό της εκπαίδευσης και όταν τελείωσε, επέστρεψαν στο σχολείο ακόμη και σε μεγάλες ηλικίες (15-16 και 17 ετών) και μέσα σε λίγα χρόνια τελείωσαν ταχύρυθμα το Δημοτικό, κάνοντας 2 και 3 τάξεις σε ένα χρόνο. Ο κύριος Τοπαλίδης που είχε αναλάβει τις μεγάλες τάξεις, ήταν φιλήσυχος άνθρωπος, αλλά οι μεγάλοι σε ηλικία μαθητές του ήταν απείθαρχοι και του δημιουργούσαν συχνά πρόβλημα ώστε έφτανε στο σημείο να φωνάζει «εεε αρτούκ!» (φτάνει πια) και να τους χτυπάει με το μπαστούνι του.

Το 1948, διορίστηκε στο σχολείο από το Ελληνικό Δημόσιο ένα ζευγάρι δασκάλων ο κύριος Δεσποτίδης Στυλιανός και η σύζυγός του Άννα οι οποίοι εκτέλεσαν σημαντικό εκπαιδευτικό έργο και έθεσαν ισχυρές εκπαιδευτικές βάσεις στο χωριό. Πολλοί μαθητές τους σπούδασαν και κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στην Ελληνική κοινωνία.

Το σχολείο συνέχισε να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του στα παιδιά του χωριού χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα έως το Φεβρουάριο του 1966, οπότε κρίθηκε ακατάλληλο μετά από σεισμό που συνέβη με επίκεντρο το κοντινό χωριό Βαφέικα. Το στεγαστικό πρόβλημα του σχολείου λύθηκε με την κατασκευή του νέου κτιρίου σε χώρο που παραχώρησε με ανταλλαγή χωραφιού, ο Γεώργιος Δολαπτσόγλου, το οποίο λειτουργεί και έως τις μέρες μας.

Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

eikona30Η κορυφαία αθλητική εκδήλωση του χωριού, ήταν για πολλά χρόνια οι γυμναστικές επιδείξεις των παιδιών του δημοτικού σχολείου. Πραγματοποιούνταν την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου, πριν από τις διακοπές του καλοκαιριού και τις παρακολουθούσε όλο το χωριό. Εκτός από ασκήσεις ακριβείας, διοργανώνονταν αγώνες δρόμου, σφυροβολίας, άλματος εις μήκος και ύψος και επίσης διαγωνισμός στη διελκυστίνδα (δύο ομάδες που τραβούν τις δύο άκρες ενός σχοινιού) και στις τσουβαλοδρομίες. Με την πάροδο των χρόνων, η εκδήλωση ατόνησε και σταμάτησε να πραγματοποιείται γύρω στο 1960.

Τα μέσα για να αθληθούν τα παιδιά του χωριού, ήταν υποτυπώδη. Στο σχολείο υπήρχε μία μπάλα και ένας φιλές του βόλεϋ που ήταν η χαρά των αγοριών. Αυτή η μπάλα χρησίμευε και για να παίζουμε ποδόσφαιρο στα διαλείμματα, που ήταν πιο δημοφιλές άθλημα. Στις γειτονιές παίζαμε ποδόσφαιρο, κλοτσώντας τα κονσερβοκούτια, που ακόμη και αυτά ήταν σπάνια. Μετά το 1945, τα παιδιά παίρνανε την ουροδόχο κύστη (φούσκα) του γουρουνιού που σφαζόταν για τα Χριστούγεννα και τη φουσκώνανε με ένα καλαμάκι. Έτσι έφτιαχναν μια μπάλα και έπαιζαν με την ψυχή τους.

Δειλά δειλά, άρχισαν να διοργανώνονται οι πρώτοι ποδοσφαιρικοί αγώνες, αρχικά μεταξύ Θρακιωτών και Ποντίων και αργότερα μεταξύ των γειτονικών χωριών. Ο Αλέξανδρος Μπούρας πήρε μια παλιά ξηλωμένη μπάλα από τον ΟΡΦΕΑ της Ξάνθης και αφού την επιδιόρθωσε στον τσαγκάρη, την έφερε στο χωριό. Πόσες φορές ξαναξηλώθηκε και ξαναράφτηκε αυτή η μπάλα!

Το πρώτο πρόχειρο γήπεδο στήθηκε με πρωτοβουλία κάποιων εφήβων του χωριού, σε κοινόχρηστο χώρο νότια του κοιμητηρίου, αλλά ήταν κατηφορικό και η μπάλα όλο έφευγε στην κατηφόρα. Το 1954, ο Αλέξανδρος Μπούρας μαζί με τους υπόλοιπους νέους του χωριού, έπεισε τον πατέρα του να δωρίσει το δυόμισι στρεμμάτων χωράφι του και τον Σταύρο Δολαπτσόγλου να δωρίσει ακόμη ένα στρέμμα περίπου. Έτσι μαζί με κοινόχρηστο χώρο (εκεί όπου μαζευόταν η αγέλη)που παραχώρησε η κοινότητα, οριοθετήθηκε και διαμορφώθηκε το γήπεδο του Μαγικού, εκεί όπου βρίσκεται και σήμερα.

Το πάθος και η αγάπη των νέων για το ποδόσφαιρο, ήταν πολύ μεγάλη. Χρήματα για να αγοράσουν φόρμες και αθλητικά παπούτσια, δεν υπήρχαν. Κατάφερναν πότε να παίρνουν τα χρησιμοποιημένα των αθλητών των σωματείων της Ξάνθης, ή έδιναν όλες τους τις οικονομίες για τα αγοράσουν. Δεν θα ξεχάσω ότι υπήρχαν νέοι που μοιράζονταν ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικά παπούτσια, ο ένας το δεξί και ο άλλος το αριστερό παπούτσι ενώ το άλλο το πόδι ήταν ξυπόλυτο.

Asteras_Magikou

Με την πάροδο των χρόνων, οι συνθήκες σταδιακά βελτιώθηκαν και το 1970, με πρωτοβουλία των Αλέξανδρου Μπούρα και Γεωργίου Λελεκίδη, ιδρύθηκε επίσημα το αθλητικό σωματείο του χωριού με το όνομα ΑΣΤΗΡ ΜΑΓΙΚΟΥ. Η ομάδα συμμετέχει μέχρι και σήμερα στο τοπικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα.

ΟΙ ΜΑΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

eikona33Τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του χωριού μας, αλλά και για αρκετές δεκαετίες αργότερα, η περίθαλψη των κατοίκων ήταν από ανύπαρκτη έως υποτυπώδης. Μόνο σε πολύ μεγάλη ανάγκη μπορεί να αναζητούνταν κάποιος γιατρός στην Ξάνθη, ενώ πολλοί υπέφεραν ή και άφηναν την τελευταία τους πνοή χωρίς την παραμικρή ιατρική φροντίδα.

Όσο αφορά στους τοκετούς, οι γυναίκες έφερναν στον κόσμο τα παιδιά τους στα σπίτια με τη βοήθεια των μαιών, που είχαν πρακτικές γνώσεις και προσέφεραν αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες τους. Τα πρώτα χρόνια, δύο ήταν οι μαίες του χωριού, η Άννα Κουτσούκη που ήταν Θρακιώτισσα και η Πόντια Παρέσσα Μαυρίδου, οι οποίες εκτός από τις καθημερινές τους υποχρεώσεις όπως όλες τις γυναίκες του χωριού, είχαν και το ύψιστο καθήκον απέναντι στο μεγαλείο της ζωής.

Έτσι λοιπόν, όπου και αν βρίσκονταν οποιαδήποτε ώρα του εικοσιτετραώρου, όταν τις φώναζαν τα παρατούσαν όλα και έτρεχαν να βοηθήσουν την κοιλοπονούσα μάνα. Οι συνθήκες ήταν πρωτόγονες και παρόλη τη θέληση ή την πείρα τους, αρκετές φορές η εξέλιξη ήταν δυσάρεστη είτε για τη μητέρα, είτε για το παιδί. Εξάλλου ποιος από τους παλαιότερους δεν έχει ακούσει για κάποιο αδερφάκι του που δεν έζησε ή για κάποια συγγενή που δεν τα κατάφερε στη γέννα; Δεν υπήρχαν τότε τα μέσα για να αποτραπούν αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα. Με τη βοήθεια όμως της κυρά Άννας και της γιαγιάς Παρέσσας γεννήθηκαν και έζησαν όλα τα παιδιά του χωριού από την ίδρυση του, έως τη δεκαετία του 1940.

Η κυρά Άννα, αρρώστησε λίγο πριν τον πόλεμο και έτσι όλο το βάρος και την ευθύνη, ανέλαβε η γιαγιά Παρέσσα, η οποία έμαθε σιγά σιγά την τέχνη στη νύφη της Ευρώπη Μαυρίδου που ήταν και η τελευταία μαμή του Μαγικού. Μετά τη δεκαετία του 1950, οι περισσότερες γυναίκες πήγαιναν στο νοσοκομείο στην Ξάνθη για να γεννήσουν, ενώ η κυρά Ευρώπη εξακολουθούσε να προσφέρει τη βοήθειά της στους πολύ φτωχούς που δεν μπορούσαν να πάνε στην πόλη ή σε αυτούς που δεν προλάβαιναν.

Οι γυναίκες αυτές εκτελούσαν αγόγγυστα το καθήκον τους και βοηθούσαν τις μάνες στη γέννα και στη δύσκολη περίοδο της λοχείας. Η αμοιβή τους μπορεί να ήταν μόλις μία πετσέτα και λίγο σαπούνι για να πλύνουν τα χέρια τους ή ένα ανάξιο λόγου μικρό φιλοδώρημα ή πολλές φορές απλά και μόνο το ευχαριστώ από τους γονείς και το δυνατό κλάμα ενός γερού παιδιού. Δεν το έκαναν όμως για προσωπικό τους όφελος. Προσέφεραν ότι μπορούσαν και ελάμβαναν μόνο την ηθική ικανοποίηση της προσφοράς στο θαύμα της ζωής. Ας είναι αυτή η αναφορά μου, ένα μικρό μνημόσυνο για τις ψυχές τους.

Η ΥΔΡΕΥΣΗ

eikona35Αρχικά οι κάτοικοι εξασφάλιζαν νερό από τα πέτρινα πηγάδια που ήταν αρκετά και διάσπαρτα στον οικισμό και στα χωράφια των μουσουλμάνων. Οι πρόσφυγες επιπλέον άνοιγαν με φτυάρια αυτοσχέδια πηγάδια για να ποτίσουν τα χωράφια τους, τα οποία ξανασκέπαζαν μόλις τελείωνε η συγκομιδή του καπνού. Ο υδροφόρος ορίζοντας ήταν ψηλά τότε και σε ενάμιση με δύο μέτρα βάθος, βγάζανε άφθονο νερό.

Τα πέτρινα πηγάδια ήταν αρκετά δύσχρηστα και η ύδρευση βελτιώθηκε όταν το 1927 με 1928, ήρθε στο χωριό κάποιος μάστορας που έφτιαχνε τουλούμπες και όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα, απέκτησαν πιο εύκολη πρόσβαση στο νερό. Η πρώτη τουλούμπα φτιάχτηκε στην αυλή του Ευθυμίου Μαυρίδη στον επάνω συνοικισμό και ακολούθησαν και αρκετοί ακόμη. Στα πλαίσια της καλής γειτονίας, με μία τουλούμπα βολευόταν και οι γύρω οικογένειες. Για παράδειγμα, στο νότιο μέρος του χωριού, όσοι επιχείρησαν να κάνουν τουλούμπες, βγάλανε νερό γλυφό, ακατάλληλο για πόσιμο, το οποίο χρησιμοποιούσαν για πότισμα και πλύσιμο. Έτσι περίπου τριάντα οικογένειες που έμεναν νότια από την εκκλησία, κουβαλούσαν πόσιμο νερό με στάμνες, από τις τουλούμπες της Λουλούδας Δολαπτσόγλου, του Μπαρμπα Αλέξη του Αμοιρά (Αμοιρίδης) και του Κωστίκ (Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος).

Στη δεκαετία του 1950, ανοίχτηκαν δύο κανάλια (ένα ανατολικά και το άλλο δυτικά), στις θέσεις δύο μικρών ρεμάτων που είχαν καθαρό τρεχούμενο νερό και από τα οποία είχαν ξεδιψάσει όλοι οι άνθρωποι μα και τα ζωντανά χωριού. Με τη διάνοιξη και την ευθυγράμμιση της κοίτης των ρεμάτων, ο υδροφόρος ορίζοντας έπεσε και δυστυχώς στις μέρες μας το νερό των καναλιών είναι μολυσμένο με κάθε λογής ρύπους.

Το 1956, κατόπιν ενεργειών του τότε προέδρου Ευστάθιο Ελευθεριάδη, διανοίχτηκε μία γεώτρηση βάθους περίπου 170 μέτρων πίσω από την Εκκλησία του χωριού. Το νερό που βρέθηκε, στάλθηκε στο χημείο του κράτους για να ελεγχθεί η καταλληλότητά του. Μετά την έγκριση του χημείου, Δημιουργήθηκε μία υπερυψωμένη δεξαμενή (υδραγωγείο), με την προοπτική να τροφοδοτήσει με πόσιμο νερό όλο το χωριό. Το νερό ανέβαινε στη δεξαμενή, αντλούμενο με πετρελαιοκίνητη μηχανή, εργασία την οποία επέβλεπε για πολλά χρόνια ο κύριος Κλεάνθης Τοπαλίδης. Τα πρώτα χρόνια που δεν είχε δημιουργηθεί ακόμη το δίκτυο ύδρευσης που θα πήγαινε το νερό στα σπίτια, ο κόσμος πήγαινε με τα κάρα και τα βαρέλια και φόρτωνε το νερό από το υδραγωγείο.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1958 ξεκίνησε η κατασκευή του δικτύου ύδρευσης με μέσα πρωτόγονα (γκασμά και φτυάρι) και με προσωπική εργασία των κατοίκων. Όλοι οι άνδρες ηλικίας 18 έως 65 ετών, ήταν υποχρεωμένοι να εργασθούν από 10 ημέρες ο καθένας χωρίς αμοιβή και γι’ αυτό και την λέγανε «αγγαρεία». Το έργο που θα παρήγαγε ο καθένας ανά ημέρα, οριζόταν ανάλογα με τη μορφολογία του εδάφους (κατ’ αποκοπήν) . Ο γραμματέας της κοινότητας κύριος Δημήτριος Μαυρίδης ήταν υπεύθυνος για να ορίζει την απαραίτητη καθημερινή εργασία του καθενός, για παράδειγμα σε εύκολο έδαφος 10 ή και 15 μέτρα, ενώ σε δύσκολο 5 μέτρα. Μόνο όταν έσκαβε τα μέτρα που είχαν οριστεί, μπορούσε να φύγει κάποιος από την αγγαρεία. Όσοι αδυνατούσαν να εργασθούν, μπορούσαν να εξαγοράσουν την αγγαρεία με 20 δραχμές την ημέρα (όσο κόστιζαν 4 καρβέλια ψωμί), ποσό που για κάποιους ήταν μεγάλο οπότε αναγκαζόταν να εργασθούν ενώ για άλλους αποτελούσε ευκαιρία για μεροκάματο και δούλευαν επιπλέον από τις απαραίτητες μέρες. Όλοι οι χωριανοί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ξεπλήρωσαν το κοινοτικό τους χρέος και το νερό έφτασε τρεχούμενο και πόσιμο στις ολοκαίνουργιες βρύσες των σπιτιών, στα τέλη της δεκαετίας του 60.

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ

eikona39Η καλλιέργεια του καπνού, ήταν πολύ διαδεδομένη στην περιοχή της Ξάνθης. Η πολύ αρωματική ποικιλία του καπνού «μπασμάς», υπήρξε και είναι ακόμη και σήμερα περιζήτητη από τις καπνοβιομηχανίες ώστε να αρωματίσουν τα χαρμάνια τους. Έτσι η καλλιέργεια του μπασμά, αποτέλεσε τη βασική ενασχόληση των κατοίκων και βοήθησε σημαντικά στην επιβίωση και στην ανάπτυξη του χωριού. Τα χρήματα από την πώληση του καπνού, τους εξασφάλιζαν όλα τα είδη πρώτης ανάγκης ή και τη δυνατότητα να αγοράσουν επιπλέον ζώα και χωράφια. Δυστυχώς όμως αυτά τα χρήματα έβγαιναν με πάρα πολύ κόπο και με τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία, ολόκληρης της οικογένειας από τα μικρά παιδιά μέχρι και τους ηλικιωμένους. Τα μέσα καλλιέργειας και επεξεργασίας ήταν πρωτόγονα και η κοπιαστική ενασχόληση με τον καπνό διαρκούσε όλο το χρόνο.

Αρχικά, στο τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου έσπερναν το σπόρο του καπνού σε ειδικά διαμορφωμένο έδαφος, ώστε να γίνουν τα φυτά. Η φροντίδα των φυτών έτσι ώστε να γίνουν κατάλληλα για τη μεταφύτευσή τους, ήταν καθημερινή με πότισμα και ξεβοτάνισμα. Απαιτούσε πολύ προσοχή και κόπο, η σωστή διαμόρφωση του εδάφους και η φροντίδα των φυτών, έτσι ώστε να μη σαπίσουν και να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος.

 eikona37

Παράλληλα, προετοιμαζόταν το καπνοχώραφο. Το χώμα έπρεπε να είναι πολύ αφράτο και για να γίνει αυτό, απαιτούνταν όργωμα (που γινόταν με τα ζευγάρια και το αλέτρι) αρκετές φορές από το φθινόπωρο μέχρι την άνοιξη. Πριν γίνει η μεταφύτευση, οργωνόταν πάλι και μετά γινόταν το «σβάρνισμα», με τα ζώα και τη σβάρνα, που κατασκεύαζαν με ξύλα και κλαδιά, η οποία έσιαζε το χώμα. Πάνω στη σβάρνα χρειαζόταν να ανέβει ο αγρότης και πολλές φορές και κάποιο από τα παιδιά του για να έχουν το απαραίτητο βάρος ώστε να πατηθεί καλά το χώμα. Αυτό ήταν και το μόνο στάδιο που απολάμβαναν τα παιδιά, που το έβλεπαν σαν παιχνίδι και το διασκέδαζαν όταν τους έσερναν μέσα στο χωράφι τα ζώα. Βλέπετε τότε ούτε παιχνίδια, ούτε ποδήλατα υπήρχαν για να παίξουν τα παιδιά και ότι δεν ήταν κοπιαστικό το είχαμε για παιχνίδι.

Αμέσως μετά το πανηγύρι της εκκλησίας μας στις 21 Μαΐου, συνήθως άρχιζε η φυτεία. Ξεκινούσαν νωρίς το πρωί και αφού πότιζαν τα φυτά και μαλάκωνε το χώμα, ξερίζωναν με προσοχή όσα θα μπορούσαν να φυτέψουν καθημερινά. Τα τοποθετούσαν σε κοφίνια και τα κουβαλούσαν στο καπνοχώραφο. Εκεί με τα χέρια και το φυτευτίρι έβαζαν στο χώμα, ένα ένα όλα τα φυτά. Ήταν η πιο δύσκολη δουλειά. Κάποιος από την οικογένεια, φρόντιζε το πότισμα των μεταφυτευθέντων φυτών και κουβαλούσε νερό , συνήθως από μακριά, και τα πότιζε προσεκτικά ένα ένα, ώστε να μην ξεραθούν. Δούλευαν ασταμάτητα έως το βράδυ και αυτό συνεχιζόταν καθημερινά μέχρι να τελειώσει το φύτεμα όλου του χωραφιού ή να έρθει η 30η Ιουνίου, που τελείωνε η περίοδος της φυτείας.

Στο μεταξύ, όσα καπνά είχαν φυτέψει αρχικά, είχαν ήδη μεγαλώσει και χρειαζόταν τσάπισμα για να κοπούν τα αγριόχορτα και να αναπτυχθούν σωστά. Ξεκινούσαν λοιπόν το τσάπισμα , το οποίο διαρκούσε συνήθως από μία έως δύο εβδομάδες. Τα καπνά ήταν πλέον σε ύψος περίπου μισού μέτρου και μπορούσε να ξεκινήσει η συγκομιδή.

Για να είναι εφικτή η συγκομιδή, χρειάζονταν τα φύλλα του καπνού να διατηρούν ορισμένη υγρασία. Μέσα στο κατακαλόκαιρο, μόνο τη νύχτα μπορούσαν να το επιτύχουν αυτό. Έτσι λοιπόν, ξεκινούσαν από τις μία μετά τα μεσάνυχτα και με το φως των φαναριών και των λουξ (πολύ πιο φωτεινά από τα απλά φανάρια), και άρχιζαν τη δουλειά μέσα στη νύχτα. Όλος ο κάμπος της Ξάνθης φεγγοβολούσε από τα λουξ, κανένα χωριό δεν κοιμόταν αμέριμνο, όλοι ήταν στα χωράφια και μάζευαν φύλλο φύλλο τον πολύτιμο καπνό, μέχρι να βγει ο ήλιος που μάραινε τα φύλλα και έτσι μετά τις 9 το πρωί αναγκάζονταν να σταματήσουν.

Η συγκομιδή γινόταν σε πέντε στάδια (χέρια). Οι αγρότες αποσπούσαν (έσπαζαν) από τα καπνόφυτα τα φύλλα του καπνού που ήταν ώριμα, δηλαδή κιτρίνιζαν ελαφρά. Η σταδιακή ωρίμανση των φύλλων, επέβαλε το «σπάσιμο» (όπως έλεγαν τη συγκομιδή), να γίνεται σε πέντε «χέρια»: το πρώτο ή πατόφυλλα, το δεύτερο ή μάνα με τα μεγαλύτερα σε μέγεθος φύλλα, το τρίτο ή κουβαλαμά, το τέταρτο ή ούτσαλντι και τέλος το πέμπτο ή ούτσια που ήταν πολύ μικρά φυλλαράκια κοντά στην κορυφή του φυτού εξαιρετικής ποιότητας και με έντονο άρωμα. Τα φύλλα στοιβάζονταν με τη σειρά στα κοφίνια και μεταφέρονταν στο σπίτι.

Παρόλο που ήταν ξάγρυπνοι και κατάκοποι, στο σπίτι τους περίμενε επιπλέον δουλειά. Τα φύλλα έπρεπε να ξεραθούν στον ήλιο κρεμασμένα από σχοινιά. Για να περαστούν τα φύλλα στα σχοινιά, χρησιμοποιούσαν μεγάλες μεταλλικές βελόνες μήκους περίπου μισού μέτρου, με τις οποίες τρυπούσαν ένα ένα τα φύλλα. Στο μάτι της βελόνας περνούσαν σπάγκο, στον οποίο κατέληγαν τα τρυπημένα φύλλα και έτσι έφτιαχναν τα «ράμματα» ή «βέργες» που ήταν σπάγκοι μήκους 2-4 μέτρων με περασμένα φύλλα καπνού. Αυτά τα «ράμματα» τα εξέθεταν στον ήλιο για μέρες κρεμασμένα σε ξύλινα τελάρα (τις ράμκες ή λιάστρες), τις οποίες κουβαλούσαν μέσα έξω τα βράδια και όποτε συννέφιαζε ή έβρεχε, ώσπου τα φύλλα να ξεραθούν. Η διαδικασία του περάσματος των φύλλων στις βελόνες λεγόταν «τίζεμα» ή «βελόνιασμα» ή «μπούρλιασμα» και διαρκούσε μέχρι το βραδάκι. Αφού τελείωναν και τρώγανε, είχαν ελάχιστες ώρες ύπνου μέχρι να χρειαστεί να σηκωθούν πάλι από τα μεσάνυχτα και να πάνε στο σπάσιμο.

Η περίοδος αυτή της συγκομιδής, διαρκούσε μέχρι τα τέλη του Σεπτέμβρη. Τα ξηρά φύλλα στα ράμματα, αποθηκεύονταν και με τα πρωτοβρόχια περίπου στον Άη Δημήτρη, μαλάκωναν λίγο και μπορούσε να ξεκινήσει η επόμενη φάση που ήταν το «παστάλιασμα».

Στο παστάλιασμα, τα φύλλα έβγαιναν από τα ράμματα και στοιβάζονταν ένα ένα σε «παστάλια» (ματσάκια από φύλλα) που τα συσκεύαζαν σε σφιχτοδεμένα δέματα. Τότε γινόταν και η διαλογή των φύλλων, ώστε να βγουν τα ακατάλληλα φύλλα από την τελική σοδειά και να επιτευχθεί η άριστη ποιότητα για την οποία φημίζονταν τα καπνά της Ξάνθης. Το παστάλιασμα διαρκούσε μέχρι τα τέλη του Φλεβάρη και επιτέλους η σοδειά ήταν έτοιμη και συσκευασμένη. Ούτε ανάσα δεν προλάβαινε να πάρει η οικογένεια και ο κύκλος έπρεπε να ξαναρχίσει για την επόμενη σοδειά.

Πόσες φορές πέρναγε το ίδιο φύλλο από τα χέρια του αγρότη μέχρι να καταλήξει συσκευασμένο στο δέμα; Πόσο κόπο κατέβαλλαν οι αγρότες για να καταλήξουν με τη σοδειά του καπνού στην αποθήκη τους; Πόσες ώρες πάλευαν με τον καιρό, την εξάντληση, την αϋπνία, τη δίψα και την πείνα στο χωράφι; Πόσο πόνο υπέφεραν από τη σωματική καταπόνηση; Κανείς που δεν το έζησε δεν μπορεί να το κατανοήσει πλήρως.

Επιπλέον εκτός από την καλλιέργεια του καπνού οι αγρότες είχαν και άλλες κοπιαστικές εργασίες. Έσπερναν τα σιτάρια με τα βόδια και τα θέριζαν με τα χέρια, καλλιεργούσαν καλαμπόκι και κριθάρι για ζωοτροφές, λαχανικά για να τρέφονται οι ίδιοι, συντηρούσαν τα οικόσιτα ζώα, περιποιούνταν το αμπέλι τους και έβγαζαν κρασί. Καμία από τις σημερινές ευκολίες στις αγροτικές ή στις οικιακές εργασίες δεν τους ήταν τότε διαθέσιμη. Η ζωή του αγρότη σήμαινε ατελείωτη δουλειά από το ξημέρωμα, ή και πολύ πιο νωρίς όταν είχαν τη συγκομιδή του καπνού, μέχρι αργά το βράδυ χωρίς διακοπή, χωρίς εξαιρέσεις για κανένα μέλος της οικογένειας.

Εκτός όμως από τη σωματική και φυσική καταπόνηση, ο αγρότης δυστυχώς τα πρώτα χρόνια έπρεπε να υποστεί και την προσβολή της αξιοπρέπειάς του κατά τη διαδικασία της πώλησης. Μέχρι το 1963, τον έλεγχο των τιμών στην αγορά του καπνού είχαν αποκλειστικά οι έμποροι, οι οποίοι προσπαθούσαν να αγοράσουν σε πολύ χαμηλές τιμές τις σοδειές των αγροτών και για αυτό το σκοπό, ακολουθούσαν μια καλά σχεδιασμένη αλλά και εξαιρετικά επικερδή για τους ιδίους, τακτική.

Πριν ακόμη αρχίσει η πώληση, οι αντιπρόσωποι των εμπόρων γυρνούσαν στα σπίτια και βαθμολογούσαν τις σοδειές ανάλογα με την ποιότητά τους. Κάποια καπνά τα αξιολογούσαν ως πρώτης ποιότητας, άλλα δεύτερης και κάποια ως τρίτης. Χαιρόταν ο αγρότης που είχε καπνά πρώτης ποιότητας γιατί ήλπιζε ότι θα τα πουλήσει σε καλή τιμή, αλλά αυτό δεν ήταν ποτέ εξασφαλισμένο.

Οι καπνέμποροι έρχονταν συνήθως βράδυ, αγόραζαν ελάχιστες ποσότητες από δύο ή τρεις παραγωγούς και άνοιγαν την τιμή πώλησης, 50 δρχ το κιλό για παράδειγμα. Αμέσως μετά έφευγαν και άφηναν τους υπόλοιπους παραγωγούς με την αγωνία. Τι τιμή θα έπιανε η δικιά τους σοδειά; Οι έμποροι μετά το πρώτο άνοιγμα των τιμών, εξαφανίζονταν για λίγες μέρες και δεν αγόραζαν άλλο. Κάθε μέρα η τιμή έπεφτε και πιο χαμηλά, σε δύο μέρες ήταν 48 δρχ το κιλό.

Οι αγρότες ανησυχούσαν καθώς οι τιμές κατρακυλούσαν συνεχώς, 40, 38, 35 δρχ το κιλό. Πήγαιναν στα γραφεία των εμπόρων στην Ξάνθη και εκεί έφταναν στο σημείο να τους παρακαλούν να τους πάρουν τα καπνά τους. Αυτοί που είχαν πρώτης ποιότητας καπνό, παραποιούνταν για τις πολύ χαμηλές τιμές. Η απάντηση ήταν στερεότυπη: οι τιμές δυστυχώς πέφτουν, στην Τουρκία αγοράζουν πιο φτηνά και πηγαίνουν εκεί τα μονοπώλια, αν συμφωνείς τώρα με 32 δρχ το κιλό, έχει καλώς. Αν έρθεις αύριο η τιμή θα είναι στις 30 δρχ. Τι να έκανε και ο απροστάτευτος αγρότης; Πούλαγε με 32 δρχ το κιλό τον καπνό που με τόσο κόπο είχε φτιάξει και έλεγε και ευχαριστώ. Επιλογή δεν είχε, αν δεν πούλαγε τη σοδειά, θα μούχλιαζε και θα την πετούσε, θα έμεναν τα παιδιά του νηστικά. Χάριζε τον ιδρώτα και τον κόπο της οικογένειας για λιγοστά ψίχουλα, αλλά δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση.

Η εξευτελιστική αυτή κατάσταση, άλλαξε όταν το 1964 ο τότε υπουργός Γεωργίας της κυβερνήσεως της Ενώσεως Κέντρου, Αλέξανδρος Μπαλτατζής έδωσε νέο ρόλο στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού (ΕΟΚ). Ο οργανισμός απέκτησε ενεργό ρόλο στην εμπορία του καπνού και διασφάλιζε την τιμή της αγοραπωλησίας. Περνούσαν οι αρμόδιοι του οργανισμού από τους αγρότες και τους έδιναν τιμή ασφαλείας. Τους έλεγαν: το καπνό σου αξίζει για 50 δρχ το κιλό. Αν βρεις καλύτερη τιμή, δώστα σε έμπορο, αν πάλι όχι, θα το αγοράσουμε εμείς στην τιμή ασφαλείας. Ήταν μεγάλη ανακούφιση αυτή για τους καπνοπαραγωγούς. Οι καπνέμποροι πλέον αναγκάζονταν να πληρώσουν τουλάχιστον την τιμή ασφαλείας για αγοράσουν τα καπνά που παλαιότερα έπαιρναν σε εξευτελιστικές τιμές και οι αγρότες έπαψαν να παρακαλούν και να εξευτελίζονται.

Δυστυχώς δεν κράτησε για πολύ η κατάσταση αυτή. Ήδη από το 1966, οι τιμές άρχισαν να πέφτουν (βλ. το τηλεγράφημα που απέστειλε ο τότε πρόεδρος του χωριού Ευστάθιος Ελευθεριάδης), ενώ με την έλευση της δικτατορίας από το 1968 και μετά, τέθηκε περιορισμός στα κιλά που κάθε αγρότης μπορούσε να πουλήσει στην τιμή ασφαλείας. Μόνο 80 κιλά από κάθε στρέμμα μπορούσαν να πωληθούν σε καλή τιμή. Για παράδειγμα όταν το 1969, είχαμε 1500 κιλά καπνό πρώτης ποιότητας, πουλήσαμε τα 900 κιλά με 50 δρχ το κιλό και τα υπόλοιπα 600 κιλά που με τόσες στερήσεις και κόπο είχαμε φτιάξει, τα δώσαμε αναγκαστικά με μόλις 10 δρχ το κιλό. Αυτή η έλλειψη προοπτικής για καλύτερο μέλλον, όσο και αν κόπιαζες στα χωράφια, ήταν και η αιτία που ξενιτεύτηκα μαζί και με πολλούς άλλους στην Γερμανία.

Με την πάροδο των ετών, η καλλιέργεια εγκαταλείφθηκε από την πλειοψηφία των συγχωριανών μας και αντικαταστάθηκε από την καλλιέργεια άλλων προϊόντων, όπως δημητριακών, βαμβακιού, τεύτλων και ντομάτας. Επίσης πολλοί συγχωριανοί, απασχολήθηκαν σε εργοστάσια ή δημόσιες υπηρεσίες και δε χρειάζονταν άλλο να κοπιάζουν τόσο εξαντλητικά για να ζήσουν. Στις μέρες μας η καλλιέργεια και η οικιακή επεξεργασία του καπνού έχει απλοποιηθεί πάρα πολύ και εξακολουθεί να απασχολεί αρκετές οικογένειες στην περιοχή.

eikona40

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

Οι σχέσεις μεταξύ των Θρακιωτών και των Ποντίων προσφύγων, δεν ήταν αρχικά και οι καλύτερες. Για την ακρίβεια θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με εκείνες μεταξύ αλλοεθνών. Παρόλο που αντιμετώπιζαν τα ίδια τραγικά προβλήματα επιβίωσης και είχαν περάσει την ίδια τραγωδία συνήθιζαν να αλληλοκοροϊδεύονται. Οι Θρακιώτες έλεγαν τους πόντιους «λαζοί-χαζοί» και οι Πόντιοι ανταπέδιδαν με τις λέξεις «Μολντοβάνοι» και «Ποτουρλίδες» (ποτούρλια λέγονταν οι παραδοσιακές θρακιώτικες βράκες).

Είναι εντυπωσιακό ότι μέσα στην φτώχια, την ανέχεια και τα αμέτρητά τους προβλήματα, συχνά μάλωναν και με το παραμικρό. Χωριζόταν σε δύο στρατόπεδα, χωρίς να εξετάσουν όλες τις διαστάσεις του όποιου περιστατικού και να επιπλήξουν τον τυχόν φταίχτη. Χαρακτηριστικά τα παιδιά έπαιζαν πετροπόλεμο χωρισμένα σε δύο παρατάξεις, τους Θρακιώτες και τους Πόντιους, παρόλο που αυτά συναναστρέφονταν περισσότερο μεταξύ τους στο σχολείο και έπαιζαν παρέα.

Χρειάστηκαν να περάσουν πάνω από 25 χρόνια κοινής συνύπαρξης, ώστε να πραγματοποιηθεί ο πρώτος γάμος μεταξύ Πόντιου και Θρακιώτισας. Συγκεκριμένα, ο Ευστάθιος Νικολαϊδης τόλμησε να αγαπήσει και να ζητήσει σε γάμο τη Μαριγούλα του Καπνά το 1948. Δυστυχώς οι γονείς της κοπέλας δε δέχτηκαν όχι γιατί δεν ήταν καλό παιδί ο Στάθης αλλά γιατί δεν εγκρίναν την καταγωγή του. Αλλά όπως λέει ο λαός, όταν θέλει η νύφη και ο γαμπρός, τύφλα να έχει ο πεθερός και έτσι τα παιδιά κλέφτηκαν και μάλιστα με επεισοδιακό τρόπο. Ο γαμπρός έκλεψε τη νύφη με το ποδήλατο και το σόι της νύφης τον κατεδίωκε, αλλά μάταια. Τα παιδιά κατέφυγαν στην Ξάνθη και παντρεύτηκαν λίγες μέρες αργότερα σε έναν πολύ κεφάτο γάμο στην εκκλησία του χωριού και ακολούθησε πολύς χορός με στιχάκια του λυράρη που διηγούνταν την περιπέτειά τους. Έμεινε στις μνήμες μας ως ο γάμος της Δεκαετίας του 50.

eikona42
Με το παραπάνω περιστατικό, ο πάγος έσπασε και η αρχή είχε γίνει και η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Όταν τον Μάρτιο του 1967, πήγαμε με τους γονείς μου στο γειτονικό χωριό Μέλισσα για να ζητήσω την Θρακιώτισα γυναίκα μου από τους γονείς της, ο ανάδοχός της που ήταν παρών, είπε αφού φύγαμε στον πεθερό μου: «Εγώ δέκα κορίτσια να είχα, σε λαζό δεν έδινα κανένα». Ευτυχώς δεν εισακούστηκε…

ΤΑ ΕΘΙΜΑ

Α. Ο ΓΑΜΟΣ

Τα έθιμα των δύο κοινοτήτων, Θρακιωτών και Ποντίων, παρουσιάζουν κάποιες διαφορές, όμως θα γίνει μια προσπάθεια να παρουσιαστούν παράλληλα, όπως παράλληλα πορεύτηκαν οι δύο κοινότητες όλες αυτές τις δεκαετίες.

Στο κορυφαίο κοινωνικό γεγονός του γάμου, συμμετείχε συνήθως όλο το χωριό. Το κάλεσμα γινόταν όχι με προσκλητήρια όπως σήμερα, αλλά συγγενείς των μελλονύμφων περνούσαν από τα σπίτια και με ένα μπουκάλι ούζο και κερνούσαν τους νοικοκυραίους, προσκαλώντας τους στο γάμο. Οι καλεσμένοι μαζεύονταν από το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι του γαμπρού ή της νύφης, όπου υπήρχαν όργανα και στήνονταν γλέντι και χορός. Από το σπίτι του γαμπρού ξεκινούσε ο κουμπάρος μαζί με συγγενείς του γαμπρού και πήγαιναν στη νύφη το νυφικό και τα υπόλοιπα δώρα, τα οποία τα χορεύανε και μετά τα παραδίδανε στη νύφη. Εκείνη τους έδινε τα δώρα του γαμπρού τα οποία και τα πηγαίνανε με το ίδιο τρόπο πίσω στο σπίτι του γαμπρού. Οι μελλόνυμφοι εξάλλου, δεν επιτρεπόταν να συναντηθούν για μια βδομάδα πριν το γάμο και αν τύχαινε και πήγαινε ο γαμπρός από το σπίτι της νύφης, εκείνη την εβδομάδα, οι συγγενείς της τον μουντζούρωναν στο πρόσωπο.Magiko_Gamos

Την μέρα του γάμου που ήταν πάντα Κυριακή, στα δύο σπίτια των μελλόνυμφων μαζεύονταν οι συγγενείς και οι φίλοι. Στο σπίτι του γαμπρού, έβαζαν ένα ταψί στα πόδια του και με τη συνοδεία μουσικής περνούσαν οι συγγενείς και του ευχόντουσαν, ρίχνοντας χρήματα στο ταψί. Αφού ετοιμαζόταν ο γαμπρός, ξεκινούσαν με τα όργανα, περνούσαν και από σπίτια στενών συγγενών και όλοι μαζί έφταναν χορεύοντας στο σπίτι της νύφης. Ο κουμπάρος έπρεπε να μπει μέσα στο σπίτι για να παραλάβει τη νύφη, όμως τον εμπόδιζαν συνήθως οι φίλες της νύφης, που ζητούσαν χρήματα ή να τους τάξει κάποιο δώρο για να τον αφήσουν να περάσει.

Έξω από το σπίτι, στο κάρο του γαμπρού που ήταν καθαρό και στολισμένο φορτωνόταν η προίκα της νύφης. Τα βόδια είχαν στα κέρατά τους λευκά μαντήλια, όπως σήμερα στολίζουμε τα αυτοκίνητα. Τα κορίτσια κουβαλούσαν και φόρτωναν στο κάρο ένα ένα τα προικιά, απόδειξη του πόσο προκομμένη ήταν η νύφη, αφού τα περισσότερα τα είχε υφάνει, πλέξει, ράψει ή κεντήσει μοναχή της. Ο γαμπρός στους Θρακιώτες, χωρίς να δει τη νύφη, έριχνε στην ποδιά της πεθεράς του χρήματα και αμέσως μετά έφευγε τρέχοντας για την εκκλησία μαζί με τον παράγαμπρό του (συνήθως κάποιος στενός φίλος ή συγγενής), αφού όσοι τους προλάβαιναν τους χτυπούσαν στην πλάτη. Εκεί περίμενε να έρθει η νύφη για να γίνει η στέψη. Στους πόντιους δεν έφευγε, αλλά περίμενε να παραλάβει τη νύφη από το σπίτι της για να την οδηγήσει στην εκκλησία.

Όταν ετοιμαζόταν η νύφη, έβγαινε στην πόρτα του σπιτιού της, όπου αποχαιρετούσε την οικογένειά της. Ανάλογα με την καταγωγή της, παιζόταν και το αντίστοιχο τραγούδι. Οι Θρακιώτες έλεγαν με τη συνοδεία του κλαρίνου και του βιολιού το «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα αποχωρίζεται μάνα απ’ τη θυγατέρα», ενώ οι Πόντιοι με τη συνοδεία της λύρας έλεγαν το «φορέστε την σκεπάστε την και μεις αληγορούμε, το σπιτνα’ς εν πολύ μικρόν, απές πα κε χωρούμε» και το «άφη κόρην τον κύρην σου και πείσον άλλον κύρην, άφη κόρην την μάναν σου και πείσον άλλην μάνα, άφη κόρην τ’ αδέλφια σου και πείσον άλλαν αδέλφια». Τότε συνήθως ο αποχαιρετισμός συνοδεύονταν και από πολλά δάκρυα αφού ουσιαστικά η κόρη δεν θα επέστρεφε πια πίσω στο σπίτι της παρά μόνο ως επισκέπτρια.

Ξεκινούσε λοιπόν η πομπή από το σπίτι της νύφης και με τη συνοδεία των οργάνων και χορεύοντας, έφταναν στην εκκλησία όπου τελούνταν το μυστήριο του γάμου. Αμέσως μετά, οι φίλοι του κουμπάρου τον σήκωναν στα χέρια τους μέσα στην εκκλησία και την τρυπούσαν με καρφίτσες μέχρι να τους τάξει δώρο, που ήταν συνήθως να τους κάνει ένα τραπέζι.

Το γαμήλιο γλέντι συνεχιζόταν στο σπίτι του γαμπρού όπου στολίζανε την προίκα της νύφης, στρώνονταν τα τραπέζια με τη βοήθεια όλης της γειτονιάς και έπαιζαν τα όργανα. Ο χορός διαρκούσε ώρες πολλές και μάλιστα στους πόντιους, έπρεπε να ξημερώσει η Δευτέρα για να διαλυθεί το γλέντι (μέχρι να ’μερόν ), έπρεπε οι νεόνυμφοι να μην κοιμηθούν εκείνο το βράδυ. Όταν πια είχαν όλοι κουραστεί από το χορό και άρχιζαν τα μουχαμπέτια (οι κουβέντες), ο λυράρης έλεγε το: «τίμα κόρη τον πεθερό’ς, ασόν κύρη’ς καλλίον, τίμα κόρη την πεθερά’ς, ασήν μάνα’ς καλλίον, ΄τιμα κόρη τ’αντραδέλφια’ς, ας’ αδέλφια’ς καλλίον».

Ο ποντιακός γάμος τελείωνε με το χορό «κοτσανγκέλ», τον οποίο χόρευαν επτά πρωτοστεφανωμένα ζευγάρια και ο κουμπάρος εάν ήταν ελεύθερος, ειδάλλως ένας άλλος ανύπαντρος συγγενής ή φίλος του γαμπρού που λεγόταν «το τεκ» (ο μονός). Τον χορό αυτό έπρεπε να τον χορέψουν επτά κύκλους ακριβώς και αμέσως μετά τελείωνε το γλέντι. Πολλές φορές το γλέντι μπορεί να διαρκούσε και την επόμενη ή και τη μεθεπόμενη μέρα.

Β. ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

Τα κάλαντα, ήταν μια ευκαιρία για όλα τα παιδάκια να εξασφαλίσουν κάποιο φιλοδώρημα και λεγόταν αρκετές φορές το χρόνο.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, μόλις σουρούπωνε, τα παιδιά χωρισμένα σε παρέες πήγαιναν σε όλα τα σπίτια του χωριού και έψελναν τα κάλαντα. Οι Θρακιώτες έλεγαν το «Καλήν εσπέραν άρχοντες…», ενώ οι Πόντιοι το «Χριστός γεννέθεν χαράν σον κόσμον…» ή το «Άναρχος Θεός καταβέβηκεν…». Τα φιλοδωρήματα στα κάλαντα, ήταν πολύ σπάνια χρήματα. Συνήθως έδιναν κανένα φρούτο, ξερά σύκα και χαρούπια (ξυλοκέρατα).

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι Θρακιώτες έλεγαν το «Αρχιμηνιά κι’αρχιχρονιά», ενώ οι Πόντιοι είχαν το έθιμο του καραβιού. Τα παιδιά ξεκινούσαν μέρες πριν και έφτιαχναν ένα ξύλινο σκελετό καραβιού, μήκους περίπου δύο μέτρων, που τον στόλιζαν με μπλε κόλλες χαρτιού και πολύχρωμες σερπαντίνες. Έμπαινε ένα παιδί που εναλλασσόταν, μέσα στο καράβι και το κουβαλούσε, ενώ ένα άλλο κρατούσε ένα κουτάκι για τα φιλοδωρήματα. Γυρνούσαν σε όλα τα σπίτια και έλεγαν το παρακάτω τραγούδι:
« Δώδεκα ευζωνάκια, τ’απόφασίσανε,
Στον πόλεμο να πάνε Παναγιά μου, να πολεμήσουνε
Στον δρόμο που πηγαίναν, στη μαύρη Θάλασσα
Βαριά φουρτούνα πιάνει Παναγιά μου, ξεσκίζει τα πανια….»
Το έθιμο αυτό ατόνησε από τη δεκαετία του 1950 και μετά και σταδιακά όλα τα παιδάκια έψελναν το «Αρχιμηνιά κι’ αρχιχρονιά» ή το:
«Ήρθε πάλι νέο έτος, εις την πρώτη του μηνός,
ήρθα να σας χαιρετήσω, δούλος σας ο ταπεινός.
Ο Βασίλειος ο Μέγας, να’ ναι πάντα βοηθός
Και στην οικογένεια σας, να ‘ναι και θαυματουργός.
Τα παιδία στο σχολείο, να πηγαίνουν ταχτικά,
Να μαθαίνουν βήτα ζήτα, της πατρίδος τα λοιπά.
Έχω κι’ άλλα να σας πω, μα δεν έχουμε καιρό
Σας αφήνω καληνύχτα, και του χρόνου με καλό»

Την παραμονή των Φώτων, όλα τα παιδάκια έλεγαν το «Σήμερα τα Φώτα κι’ οι Φωτισμοί και χαρά μεγάλοι και αγιασμοί…», ενώ ανήμερα τα Φώτα, μετά τον αγιασμό των Υδάτων τα παιδιά που είχαν πιάσει το Σταυρό, τον γυρνούσαν στο χωριό ψέλνοντας το τροπάριο « Εν Ιορδάνη βαπτιζομένον σου Κύριε…» και μάζευαν χρήματα για την εκκλησία, από τα οποία κρατούσαν κάποιο φιλοδώρημα.

Αξίζει να σημειωθεί πως στους Θρακιώτες, σε όλα τα παραπάνω κάλαντα δεν συμμετείχαν τα κοριτσάκια αλλά μόνο τα αγόρια. Τα κοριτσάκια των Θρακιωτών έλεγαν μόνο τα κάλαντα του Λαζάρου. Ετοίμαζαν από βραδύς το «Λάζαρο», στόλιζαν δηλαδή μια σκούπα με παιδικά ρουχαλάκια και της έφτιαχναν πρόσωπο. Το επόμενο πρωί, Σάββατο του Λαζάρου, ξυπνούσαν νωρίς και γυρνούσαν με το «Λάζαρο» στα σπίτια τραγουδώντας :
«Ήρθε ο Λάζαρος, Ήρθαν τα Βάγια, Ήρθε κ’ η Κυριακή που τρων τα ψάρια,
Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μάνα σου από την Πόλη…»
Το φιλοδώρημά τους, ήταν τα αβγά τα οποία μάζευαν σε καλαθάκια.

Τα παιδιά των Ποντίων από την άλλη μεριά, αγόρια και κορίτσια, γυρνούσαν ανήμερα των Βαΐων, μετά τη θεία λειτουργία και τραγουδούσαν το «Βάγιο, βάγιο το βαγιό, τρώω ψάρι και κολιό και την άλλη Κυριακή, τρώω κόκκινο αβγό» και μάζευαν αβγά στα στολισμένα με βάγια καλαθάκια που κρατούσαν.

Γ. Η ΠΙΤΑ ΜΕ ΤΟ ΑΜΙΛΗΤΟ ΝΕΡΟ

Ανήμερα την Πρωτοχρονιά, οι Θρακιώτισσες σηκωνόταν από τα χαράματα και πήγαιναν με τη στάμνα και έφερναν νερό από τα πηγάδια. Στη διαδρομή δεν έπρεπε να μιλήσουνε σε κανέναν. Με το νερό αυτό, ζήμωναν ζυμάρι και από αυτό έφτιαχναν μια κουλούρα και επίσης έπλαθαν την Πρωτοχρονιάτικη τυρόπιτα. Την κουλούρα την έσπαζαν στα κέρατα του ζευγαριού με το οποίο καλλιεργούσαν τα χωράφια τους για να είναι δυνατά και τυχερά, ενώ στην τυρόπιτα έβαζαν «σημάδια» και το φλουρί. Την τυρόπιτα την έκοβαν και σε άλλον τύχαινε το φλουρί, σε άλλον το αμπέλι, οι κότες, τα στάρια, τα καπνά και τα ζώα. Κάθε μέλος της οικογένειας, συνήθως τύχαινε και από κάτι και ανάλογα με το πώς θα πήγαινε η σοδειά ή αν τα ζώα ήταν καλά, χαρακτηριζόταν τυχερός αυτός που τα είχε τύχει στην πίτα.

Magiko_Panigiri

Αντί Επιλόγου …

Μεσα από τούτο το βιβλίο θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στους προγόνους μας, Θρακιώτες και Πόντιους που αφήνοντας χωρίς να το επιθυμούν την πατρώα γη είχαν το κουράγιο και την δύναμη να θεμελιώσουν, μέσα σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, τη νέα τους ζωή στη γη του Μαγικού του Δήμου Βιστονίδας Ξάνθης (πλέον Δήμος Αβδήρων).

Στους ανθρώπους αυτούς που μετέτρεψαν τη θλίψη σε ενέργεια, το χτύπημα της μοίρας σε γροθιά στο τραπέζι, τις κραυγές απελπισίας σε αναστάσιμο τροπάριο.

Σ’ όλους αυτούς που με τη θέλεσή τους για προκοπή, την πίστη τους στους καρπούς που αργά ή γρήγορα ο αγώνας ο καλός φέρνει και προπάντων με την αφάπη τους στη πατρίδα, καθαγίασαν την ψυχή τους αποτελώντας πρότυπο ειλικρινών αγωνιστών της ζωής για όλους εμάς και τους απογόνους μας.

Απόστολος Γρηγοριάδης , Απρίλιος 2006 – Μαγικό Δήμος Βιστονίδος Ξάνθης

epilogos