Πρόλογος – Η Μαγεία της Ψυχής

… Για τον πόνο των προσφύγων απ’τον ωμό τρόπο που τους επιβλήθηκε να κόψουν τον ομφάλιο λώρο με την Πατρίδα -λες και κόβονται ποτέ τα συναισθήματα- απλά μετουσιώθηκαν σε δημιουργία, έγιναν ύδωρ στη νέα γή, πείσμα που κάρπωσε το χωράφι, υπομονή που έζεψε το ζευγάρι, προσευχή για να πουληθεί σε αξιοπρεπή τιμή ο καπνός -λες και έχει τιμή ο ιδρώτας στο καπνοχώραφο, που αυλακώνει καθημερινά τη ρυτίδα της αγωνίας για επιβίωση- …Για τον πόνο αυτό που έγινε αγάπη και γάμος, πέτρα για να χτιστεί το νέο σπιτικό, που γέννησε την ελπίδα μέσα από τη νέα ζωή μιλά τούτο το βιβλίο. Αλλά και γι΄άλλα…

…Για τον πόνο που άρχισε και για πολλά χρόνια ξέχασαν ότι έπρεπε να σταματήσει. Για τις αντιξοότητες που γονάτισαν τους προγόνους μας με τον ερχομό τους στη νέα πατρίδα. Για την ανάγκη που οδήγησε στο να πάρει ο άντρας το τουφέκι για να υπερασπιστεί αυτή τη νεά γη, μέσα από την εξαθλίωση, την πείνα, το θάνατο, μέχρι την ευλογημένη πνοή της ελευθερίας τον Οκτώβριο του 44. Αλλά και για το νέο κύκλο, το φαύλο. Τον αδελφικό πόνο. Που οδήγησε άντρες στο βουνό για να διαφυλάξουν τα ιδανικά που έτρεφαν από αιώνες τα κύτταρά τους… Και για τις γυναίκες που τους περίμεναν πίσω, στο Μαγικό, με πίστη στο καλό που θα έρχονταν -έστω και καθυστερημένα-, μεγαλώνοντας σπυρί-σπυρί τα παιδιά.

…Και για το νέο αγώνα, της ψυχής και πάλι, τον απαραίτητο για την επούλωση των εσωτερικών πληγών, αλλά και για τη νέα Οδύσσεια προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, για την εθελούσια -αυτή τη φορά- προσφυγιά που τώρα βαφτίστηκε μετανάστευση… Έργο που το΄χαν ξναδεί μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών τους -αλλά πως να τα βάλει κανείς με τη μοίρα των ανθρώπων;

Δεν είναι όμως μονάχα οι άνθρωποι που αποτελούν έναν χώρο. Είναι και τα δημιουργήματά τους και όσοι τα διακονούν: η εκκλησία και οι ιερείς της, το σχολείο και οι λειτουργοί του, το γήπεδο και οι ποδοσφαιρικές ομάδες, οι ακαταπόνητες μαίες που έλουζαν τη νέα ελπίδα στο φως…

Θέλω όμως να είμαι ειλικρινής, πίσω από τα κτίρια, τα έργα, τις καλλιέργειες και τα έθιμα βρίσκονται οι άνθρωποι -και γι’αυτούς θέλω να μιλήσω σ’αυτό το βιβλίο- για τις γιαγιάδες, τους παππούδες, τις μανάδες, τους πατεράδες, τ’αδέρφια, τους φίλους που με την ψυχή τους και το πνεύματ τους δημιούργησαν το Μαγικό χωριό. Ο κόπος των οποίων, ο πόνος και το αίμα τους απέδειξαν και αποδεικνύουν -μέσω των επιγόνων τους- ότι δεν υπάρχει τρόπος μαγικός για να γίνει το θαύμα, να επιτευχθεί η δημιουργία. Ψύχή μόνο θέλει. Κι απ΄αυτή οι πρόγονοι του χωριού μου είχαν περίσσευμα.
Το ευχαριστώ είναι δυστυχώς πολύ μικρή λέξη για να εκφράσει τη συγκίνηση και την ευγνωμοσύνη μου προς όλους αυτούς.

Απόστολος Γρηγοριάδης

Advertisements

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (Α΄Μέρος)

prologosΜΑΓΙΚΟ ΞΑΝΘΗΣ

Σε απόσταση 8 χιλιομέτρων νότια από την πόλη της Ξάνθης, στο δρόμο για τα Μάγγανα, βρίσκεται ένα χωριό με το όνομα Μαγικό. Αν παρατηρήσει κανείς το χάρτη, βρίσκεται στο μέσον περίπου του κάμπου της Ξάνθης. Πρόκειται για ένα χωριό που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη και από τον Πόντο.

Οι Θρακιώτες πρόσφυγες βρίσκονταν ελάχιστα καλύτερη μοίρα, διότι ήρθαν οδικώς. Ιδίως όσοι είχαν κάρα, κατάφεραν να περισώσουν περισσότερα αγαθά. Κάποιοι κατάφεραν να φέρουν και λιγοστά οικόσιτα ζώα. ¨Όμως πως μπορούν αυτά να συγκριθούν με το βιός μιας ολόκληρης ζωής που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν; Κανείς τους δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να πουλήσει την ακίνητή του περιουσία και ότι δεν μπορούσε να το κουβαλήσει, το άφησε πίσω για πάντα.

Ακόμη χειρότερες συνθήκες αντιμετώπισαν οι Πόντιοι πρόσφυγες, οι οποίοι ήρθαν ακτοπλοϊκώς. Πριν επιβιβασθούν στα καράβια, περνούσαν από αυστηρό σωματικό έλεγχο των Τούρκων, οι οποίοι δεν τους επέτρεπαν να κουβαλούν σχεδόν τίποτα και καταλήστευαν οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει κάποια χρηματική αξία. Για να καταφέρουν να περάσουν κάποιες χρυσές λίρες από τα κομποδέματα που εγκατέλειψαν πίσω τους, αναγκάζονταν να τις ράψουν σε απίθανα ή και απόκρυφα μέρη, κυρίως των παιδιών τους, ώστε να έχουν να πληρώσουν για το ψωμί τους τον πρώτο καιρό της προσφυγιάς.

Η πίεση του ελέγχου ήταν τόσο ασφυκτική που οι περισσότεροι με το φόβο του τσανταρμά (χωροφύλακα), έφευγαν πολύ βιαστικά και μόνο με κανένα ρούχο στα χέρια. Υπάρχουν πολλά περιστατικά συγγενών που χάθηκαν μεταξύ τους μέσα στην άτακτη και βεβιασμένη φυγή. Συγκεκριμένα η συχωρεμένη η γιαγιά μου, Σωτηρία Γρηγοριάδου, έχασε την μικρή της κόρη Σοφία (9 ετών τότε) και προτίμησε να φύγει μόνο με το ένα της παιδί τον Ευστάθιο (11 ετών) έτσι ώστε να σωθεί η ίδια και η ζωή του ενός τουλάχιστον παιδιού της. Την κόρη της ευτυχώς, την βρήκε περίπου 8 χρόνια αργότερα μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Δυστυχώς όμως, πολλές άλλες οικογένειες δεν καταφέρανε να σμίξουνε ποτέ ξανά μετά την μεγάλη εθνική τραγωδία.

Αντίθετα, οι μουσουλμάνοι της περιοχής μας, δεν ήταν υποχρεωμένοι να αποχωρήσουνε. Όσοι τελικά φύγανε για την Τουρκία, αποχώρησαν σταδιακά και αφού τους δόθηκε η ευκαιρία να πουλήσουν ότι ήθελαν και να πάρουν μαζί τους ότι επιθυμούσαν. Αναφέρεται μάλιστα ότι εκτός από τα σπίτια και τα χωράφια τους, πούλησαν και πήραν χρήματα από τους Έλληνες που εγκαταστάθηκαν εδώ ακόμη και χέρσα λιβάδια που δεν τους ανήκαν στην πραγματικότητα.

Μετά από ταλαιπωρίες, εξευτελισμό της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας και με την οδύνη του ξεριζωμού από τα πατρογονικά εδάφη και της απώλειας όλων όσα είχαν δημιουργήσει με το μόχθο των χεριών τους, οι πρόσφυγες κατέληξαν στην πεδιάδα της Ξάνθης να αναζητούν νέα πατρίδα. Κουβαλώντας τα λιγοστά υπάρχοντά τους, περιφέρονταν για να διαλέξουν τον τόπο που θα έστηναν το καινούργιο σπιτικό τους. Κάποιοι Θρακιώτες από την ανατολική Θράκη αλλά και κάποιοι Πόντιοι, αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε μία τοποθεσία που λεγόταν Κοτζά-Μαμουτλή (ο μεγάλος Μαμούτ) και κατοικούνταν από Τούρκους τσιφλικάδες. Η περιοχή ήταν πεδινή, χωρίς έλη που φρόντιζαν να τα αποφύγουν, γιατί φοβόντουσαν την ελονοσία.

Εκεί υπήρχαν συνολικά επτά τσιφλίκια , τα οποία κατοικούνταν από τις οικογένειες και τους ακτήμονες υποτακτικούς των: Ισκεντέρ Μπεή, Τσομπάν Αγά, Χαντζηεμίν Αγά, Ισκεντέρ Ογλού Χουσείν, Φεήμ Μπεή, Δράμαλη Μεμέτ Μπεή και Φατμέ Χανούμ. Επίσης υπήρχε και ένα τζαμί χωρίς μιναρέ. Από αυτά τα κτίσματα, σώζονται μέχρι σήμερα μία σχεδόν ολόκληρη κατοικία και δύο ακόμη κατοικίες που υπέστησαν ανακατασκευές και κατοικούνται σήμερα από τις οικογένειες Κανταρτζή, Αντωνιάδη και Λελεκίδη αντίστοιχα.

Το Ελληνικό κράτος, αγόρασε τα χωράφια και το τσιφλίκι του Φεήμ Μπέη και σε αυτήν την έκταση χτίστηκαν αργότερα οι δύο συνοικισμοί του χωριού. Ενδιάμεσα στους δύο συνοικισμούς, υπήρχαν χωράφια που ανήκαν στους άλλους τσιφλικάδες που δεν θέλησαν να τα πουλήσουν τότε. Αυτό οφείλονταν πιθανόν στην ελπίδα τους να πετύχουν καλύτερη τιμή ή ακόμη, επειδή η πολιτική κατάσταση εκείνη την εποχή ήταν πολύ ρευστή, στην πιθανότητα επανελέγχου της περιοχής από τους Τούρκους. Αργότερα και σταδιακά, πούλησαν και αυτοί τις περιουσίες τους και έφυγαν για την Τουρκία. Η έκταση που εξασφάλισαν αρχικά οι Ελληνικές αρχές με την αγορά της περιουσίας του Φεήμ Μπέη, επαρκούσε για τις 100 περίπου κατοικίες που προγραμμάτιζαν να χτίσουν ώστε να στεγαστούν οι προσφυγικές οικογένειες. Έτσι μη θέλοντας να έρθουν σε ρήξη με τους άλλους τσιφλικάδες, το χωριό οικοδομήθηκε διαιρεμένο σε δύο συνοικισμούς (μαχαλάδες), τον επάνω (βόρειο) και τον κάτω (νότιο).

Πριν όμως δημιουργηθούν οι κατοικίες και οργανωθεί το χωριό, οι προσφυγικές οικογένειες στεγάστηκαν σε χώρους που υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν οι μουσουλμάνοι. Οι περισσότεροι Θρακιώτες πρόσφυγες, εγκαταστάθηκαν στα τσιφλίκια του χωριού. Εκεί, οι οικογένειες που ήταν και πολύτεκνες οι περισσότερες, στριμώχτηκαν σε ένα δωμάτιο ή σε μια αποθήκη ή ακόμη και σε υπόστεγα. Πολλές φορές μάλιστα, οι χώροι αυτοί χωρίζονταν στα δύο υποτυπωδώς με κανένα κιλίμι για να χωρέσει και δεύτερη οικογένεια. Τα πάντα είχαν γεμίσει από πρόσφυγες.

Το τσιφλίκι του Φεήμ Μπεή, που βρισκόταν δίπλα στη σημερινή πλατεία του χωριού και κάλυπτε δύο σημερινά οικοδομικά τετράγωνα, ήταν το μεγαλύτερο. Συγκεκριμένα, εκτείνονταν από το βορρά από τη σημερινή παιδική χαρά έως το παντοπωλείο της κυρίας Σερνισλίδου και από το νότο από τη σημερινή εκκλησία έως την οικία της οικογένειας Ελευθεριάδη. Στη νοτιοδυτική γωνία βρισκόταν η διώροφη εντυπωσιακή κατοικία του Αγά που δυστυχώς δε σώζεται σήμερα και σε όλη τη νοτιοανατολική πλευρά υπήρχε μια μεγάλη αποθήκη. Αρχικά περίπου 30 οικογένειες Θρακιωτών προσφύγων στεγάστηκαν για 2 χρόνια εκεί και μάλιστα κάποιες από αυτές στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο χωριό Μέλισσα, 6χλμ νότια του Μαγικού. Στη νοτιοανατολική πλευρά, ήταν χτισμένη από βορρά προς νότο η μεγάλη πλινθόκτιστη αποθήκη του Αγά που αργότερα μεγάλο μέρος της αποτέλεσε την πρώτη εκκλησία του χωριού και ένα μικρότερο μέρος έγινε το 1930 η πρώτη κοινότητα.

Όσοι δε χώρεσαν, παρόλο το στρίμωγμα στα τσιφλίκια του Κοτζά Μαμουτλή, κατέλυσαν στα σπίτια των Μουσουλμάνων του χωριού Αλκυόνη (2χλμ ανατολικά του Μαγικού). Οι ελληνικές αρχές, υποχρέωσαν τις μουσουλμανικές οικογένειες που ζούσαν εκεί να ενοικιάσουν, με ενοίκιο που πλήρωνε το ελληνικό κράτος, ένα δωμάτιο σε κάθε οικογένεια προσφύγων. Ευτυχώς, οι περισσότεροι είχαν επιπλέον το δωμάτιο για το παστάλι του καπνού (παστάλ οτασί) το οποίο βρέθηκε να στεγάζει ολόκληρες οικογένειες για δύο περίπου χρόνια. Οι οικογένειες των Ποντίων προσφύγων, στεγάστηκαν σε δωμάτια ή αποθήκες και υπόστεγα καπνού των μουσουλμάνων του παλιού Κατραμίου (2χλμ Βορειοανατολικά του Μαγικού), με τους οποίους το Ελληνικό κράτος είχε κάνει την ίδια συμφωνία ενοικίασης.

Οι μουσουλμανικές αυτές οικογένειες, είχαν δικά τους χωράφια όπου καλλιεργούσαν κυρίως καπνά. Από αυτά τα χωράφια, ενοικιάστηκαν υποχρεωτικά 4 με 5 στρέμματα στις οικογένειες των προσφύγων, ώστε να τα καλλιεργήσουν και ξεκινήσουν να έχουν κάποιο εισόδημα. Έτσι λοιπόν, οι πρόσφυγες έμαθαν κοντά στους μουσουλμάνους την καλλιέργεια του καπνού και κατέβαλλαν το ενοίκιο για τα χωράφια, μετά την πώληση της πρώτης εκείνης σοδειάς.

Η προσαρμογή των προσφύγων ήταν πολύ δύσκολη και πολλοί πέθαναν τα πρώτα χρόνια από τις κακουχίες. Είχαν να ζήσουν με το βαρύ καημό της απώλειας όλων όσων ήξεραν, αγαπούσαν και είχαν κτίσει με τον ιδρώτα τους. Ήξεραν ότι όλα αυτά δεν θα τα ξαναζούσαν ούτε θα τα ξανάβλεπαν, αν και κάποιοι πέθαναν με την ελπίδα ακόμη ζωντανή μέσα τους. Επιπλέον είχαν να αντιμετωπίσουν και τα επιτακτικά προβλήματα της καθημερινότητας. Εκτός από τα βασικά αγαθά που τους έλλειπαν, ζούσαν στοιβαγμένοι σε ακατάλληλα καταλύματα και καλούνταν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην με την καλλιέργεια του καπνού. Η καλλιέργεια αυτή, ήταν άγνωστη στους περισσότερους Θρακιώτες και Πόντιους.

Ο πρώτος χρόνος της προσφυγιάς, ήταν και ο χειρότερος. Ζούσαν τρώγοντας τσουκνίδες και αγριόχορτα και επιπλέον από τη βοήθεια κάποιων μουσουλμάνων, που δεν μπορούσαν να μείνουν αδιάφοροι μπροστά στην εξαθλίωσή τους. Κάποιοι έκαναν μεροκάματα στα χωράφια των μουσουλμάνων και έτσι μάθαιναν παράλληλα και την τέχνη του καπνού.

Εκείνα τα χρόνια η τιμή του καπνού ήταν σχετικά υψηλή και έτσι μετά από δύο χρόνια καλλιέργειας, κάποιες οικογένειες κατάφεραν να αγοράσουν και κάποιο μεγάλο ζώο, βόδι ή άλογο. Δύο οικογένειες μαζί, μπόρεσαν και έκαναν ένα ζευγάρι ικανό να ζευτεί για τις γεωργικές εργασίες. Έτσι, μπόρεσαν να οργώσουν και να σπείρουν και σιτάρι, ώστε να εξασφαλίσουν το σταρένιο ψωμί που θεωρούσαν είδος πρώτης ανάγκης.

Πριν την άφιξη των προσφύγων, στον κάμπο καλλιεργούνταν μόνο καπνός, καλαμπόκι απ΄ όπου έκαναν και το ψωμί τους και κριθάρι για ζωοτροφή. Όταν θέλησαν οι πρόσφυγες να σπείρουν και σιτάρι, οι μουσουλμάνοι τους περιγελούσαν και τους έλεγαν «ολμάζ», δηλαδή «δεν γίνεται» και τους αποθαρρύνανε σε αυτή τους την προσπάθεια. Η σπορά του σταριού όμως έγινε και η παρθένος γη που είχαν ξεχερσώσει με τα χέρια και τα ζώα τους, ανταπέδωσε πλούσιους καρπούς στους πεινασμένους πρόσφυγες.

Επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο, να εξάρω τη βοήθεια που προσέφεραν ορισμένοι μουσουλμάνοι στους πρόσφυγες. Τους έδιναν καλαμποκίσιο ψωμί (μπομπότα), λέγοντας «κρίμα είναι» (κιουνάχ ντουρ) σε αντίθεση με κάποιους άλλους που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την εγκατάσταση των Ελλήνων.
Θα ήθελα να σας αναφέρω μάλιστα και μια προσωπική μου εμπειρία. Το 1946, όταν ήμουν έξι ετών, επισκεφθήκαμε με τη γιαγιά μου στο Παλαιό Κατράμιο την οικογένεια του Μουμίν, στο σπίτι του οποίου έμενε αρχικά η οικογένεια της γιαγιάς μου. Εκεί μου έδειξε το δωματιάκι όπου ζήσανε τα δύο πρώτα χρόνια. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η εγκαρδιότητα με την οποία μας υποδεχτήκανε και η διάθεσή τους να μας φιλέψουνε με ότι είχανε, αν και δεν μπορούσα να καταλάβω την μεταξύ τους συνομιλία που γινόταν στα Τουρκικά. Το ίδιο συνέβαινε και όταν μας επισκέπτονταν η οικογένεια του Μουμίν στο σπίτι μας στο Μαγικό. Αφού μάλιστα στο παιδικό μου μυαλό είχε ριζώσει η ιδέα ότι ήμασταν συγγενείς, ίσως γιατί δεν είχαμε άλλους συγγενείς κοντά μας και με αυτή την οικογένεια είχαμε μια πολύ θερμή σχέση. Αργότερα κατάλαβα ότι επρόκειτο απλά για μια ειλικρινή και βαθιά φιλία μεταξύ των οικογενειών μας. Όταν μάλιστα το 1948, αποφάσισαν να φύγουν στην Τουρκία φοβούμενοι προφανώς τις συνέπειες του εμφυλίου, η στεναχώρια ήταν πολύ μεγάλη για όλους μας.

ΤΟ ΚΤΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Οι πρόσφυγες λοιπόν από τη μία πλευρά προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τον επιούσιο και από την άλλη, έρχονταν από το Παλιό Κατράμιο ή την Αλκυόνη στο χωριό, όπου χτίζονταν τα σπίτια τους. Τα οικόπεδα είχαν χαραχθεί και διανεμηθεί στους δικαιούχους (όπως το χάρτη που παραθέτουμε) και η ανοικοδόμηση είχε ξεκινήσει από το κράτος. Καθένας όμως συνέβαλλε τα μέγιστα με την προσωπική του εργασία στο κτίσιμο του σπιτιού του, σκάβοντας θεμέλια, φτιάχνοντας πλιθιά και κτίζοντας.

Στον επάνω συνοικισμό των Ποντίων, έκοβαν τα πλιθιά 300 μέτρα περίπου βόρεια του συνοικισμού, όπου αργότερα έγιναν τα αλώνια. Στον κάτω συνοικισμό, έκοβαν πλιθιά στα ανατολικά στη «βάλτα». Εκεί, από τα πλιθιά που βγάζανε, είχε δημιουργηθεί μια μικρή λιμνούλα. Αυτή τη θυμάμαι έως τα τέλη τις δεκαετίας του 1950 και ήταν το μέρος όπου ρίχναμε το Σταυρό για τον καθαγιασμό των υδάτων τα Φώτα και εκεί όπου η πιτσιρικαρία του χωριού κολυμπούσε τα καλοκαίρια. Δυστυχώς με την πάροδο του χρόνου γέμισε βδέλλες που κολλούσαν πάνω μας και δεν μπορούσαμε να ξεφορτωθούμε παρά μόνο με την καύτρα του τσιγάρου και σιγά σιγά παρατήσαμε το κολύμπι εκεί. Η βάλτα αποστραγγίστηκε όταν ανοίχτηκε ένα κανάλι στα ανατολικά του χωριού.

eikona1

Σχετικά με τη διανομή των σπιτιών, ο καθένας ήθελε να έχει κοντά τους συγγενείς και τους φίλους του. Το αίτημα αυτό, έγινε μάλλον δεκτό από τους διανομείς γιατί αν παρατηρήσει κανείς βλέπει συγγενικές οικογένειες να μένουν σε γειτονικά σπίτια. Τα σπίτια ήταν χτισμένα σε οικόπεδα των 1000 τετραγωνικών μέτρων, στο βορειοανατολικό τμήμα του οικοπέδου με 4 μέτρα απόσταση από τα σύνορα του οικοπέδου. Το σχήμα τους είναι γωνιακό με τη μέσα γωνία να κοιτάει νοτιοδυτικά. Αποτελούνταν από δύο δωμάτια και έναν ενδιάμεσο χώρο με τζάκι, που χρησίμευε για κουζίνα. Επίσης υπήρχε αποθήκη για τα καπνά.

Οι πόντιοι πρόσφυγες, εγκαταστάθηκαν στον επάνω (βόρειο) συνοικισμό και όσοι περίσσεψαν στο βορειοανατολικό τμήμα του κάτω (νότιου) συνοικισμού. Δεν υπήρχε κανείς πόντιος στον υπόλοιπο κάτω συνοικισμό και κανείς Θρακιώτης στον επάνω συνοικισμό, προφανώς αυτή ήταν η επιθυμία των εγκατασταθέντων, αφού οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων δεν ήταν αρμονικές.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Υπάρχει η παρακάτω εκδοχή, σχετικά με την ονομασία του χωριού.
Όταν έγινε η διανομή των οικοπέδων, όπου παρευρίσκονταν όλοι οι χωριανοί, ο προϊστάμενος της γεωργικής υπηρεσίας, απευθύνθηκε στον κόσμο λέγοντας:
– Ε πατριώτες, το όνομα που έχει τώρα το χωριό σας ξέρετε ότι είναι Τουρκικό. Τι όνομα ελληνικό να βάλουμε στο χωριό σας;
Κάποιος πήρε το λόγο και πρότεινε το όνομα του χωριού του στην «Πατρίδα», στην Ανατολική Θράκη. Όμως ο προϊστάμενος παρατήρησε τότε ότι και αυτό το όνομα είχε τουρκική ρίζα.
– Στο χωριό μου, είχαμε εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που γιόρταζε το Μάιο, επέμενε ο χωριανός.
– Ώστε λοιπό κάνατε μαγιάτικο πανηγύρι, απάντησε ο προϊστάμενος.
Σκέφτηκε λοιπόν να βγάλει ένα παράγωγο από τη λέξη Μάης και έλεγε:
– Μάικο δεν πάει, Μαικό πάλι δεν πάει
Οπότε αποφάσισε να βάλει και το γράμμα γάμα και ονόμασε το χωριό «Μαγικόν».
Ήδη από αρχεία του 1925, το χωριό αναφέρεται με το καινούργιο του όνομα. Δεν έχει διασωθεί άλλη εκδοχή σχετικά με την ονομασία και φαίνεται ότι το όνομα δεν έχει σχέση με τη έννοια της μαγείας ούτε μάλλον με το κατά πόσο είναι μαγευτική η τοποθεσία, όπως πιθανώς συμπεραίνει όποιος το ακούει.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΙΡΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

eikona5Αφού κτίστηκαν τα σπίτια, οι οικογένειες εγκαταστάθηκαν σε αυτά και ένιωσαν για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ότι έχουν κάτι που τους ανήκει. Ρίχτηκαν λοιπόν με μεγαλύτερο ζήλο στη δουλειά, ώστε να καλύψουν σιγά σιγά και τις υπόλοιπές τους ανάγκες.
Αρχική μέριμνα της κάθε οικογένειας ήταν να αποκτήσει ένα ζευγάρι από μεγάλα ζώα (βόδια, αγελάδες ή βουβάλια). Με το ζευγάρι ξεχέρσωναν εκτάσεις και τις έσπερναν. Κύρια καλλιέργεια ήταν ο καπνός μία δύσκολη παραγωγή που έμαθαν με την άφιξή τους και την συνέχισαν αφού είχε αρχικά πολύ καλή τιμή πώλησης. Όσο όμως οι πρόσφυγες καλλιεργούσαν και η παραγωγή αυξανόταν, τόσο η τιμή πώλησής του έπεφτε. Το γεγονός αυτό δεν τους αποθάρρυνε και συνέχισαν να τον καλλιεργούν ελπίζοντας σε καλύτερες τιμές την επόμενη σοδειά. Επιπλέον καλλιεργούσαν σιτάρι για το ψωμί τους, καλαμπόκι και κριθάρι για ζωοτροφές, σουσάμι από το οποίο έβγαζαν λάδι και όσπρια για τη διατροφή τους.
Το 1931, έγινε η επίσημη διανομή του κλήρου σε κάθε οικογένεια, ανάλογα με τα μέλη της. Δόθηκαν τεμάχια σε κάθε οικογένεια από όλες τις περιοχές του χωριού ώστε μην αδικηθεί κανείς. Έτσι κάθε οικογένεια απέκτησε αγροτεμάχια στον αγγαθότοπο (τσαλίντερι), στους λόφους (μπαΐρια), στο βουβαλότοπο (μαντάμπουγα), στα καπνοχώραφα και στα αμπέλια. Επιπλέον δόθηκε και περίπου ένα στρέμμα κοντά στα σπίτια της κάθε οικογένειας για λαχανόκηπο.

eikona6Για τα αμπελοχώραφα, επιλέχθηκαν οι 3 λόφοι που βρίσκονται βορειοδυτικά από το κοιμητήριο του χωριού. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο τόπος αυτός είχε μεταβληθεί σε επίγειο παράδεισο. Οι χωριανοί φύτεψαν εκεί τα αμπέλια τους και πολλά οπωροφόρα δέντρα. Αχλαδιές, κυδωνιές, αμυγδαλιές, δαμασκηνιές, μηλιές και πολλά άλλα δέντρα, χάριζαν τη σκιά και τους καρπούς τους στους χωριανούς. Ξεχωριστή θέση είχε το αμπέλι του Παπά Λάζαρου, που ήταν και το μεγαλύτερο. Είχε φυτέψει γύρω από το αμπέλι αγριοχαρουπιές με αγκάθια που τα κλαδιά τους τα χρησιμοποιούσαν και για περιφράξεις. Ποιος από τους χωριανούς δεν είχε φάει σταφύλια από του Παπά Λάζαρου το αμπέλι ή απίδια από την απιδιά του Παπαδόπουλου στο δρόμο του για τον αγκαθότοπο; Είχαν προσλάβει μάλιστα και φύλακα ώστε να προστατεύει τη σοδειά από κλέφτες ή από κοπάδια ζώων.

Η εποχή του τρύγου ήταν μεγάλη ευλογία και η σοδειά έφτανε για να χορτάσει ακόμη και τους πιο φτωχούς. Με το μούστο έφτιαχναν το κρασί της οικογένειας αλλά και πετμέζι και ρετσέλι. Το πετμέζι γίνονταν με το βράσιμο του μούστου και ήταν ένα γλυκό σιρόπι που αντικαθιστούσε κάποιες φορές τη ζάχαρη ή το μέλι. Μέσα στο πετμέζι που έβραζε, έριχναν και κομμάτια από κόκκινη κολοκύθα που είχαν μουλιάσει για ώρες σε ασβεστόνερο ώστε να παραμένουν τραγανά και έτσι παρασκεύαζαν το ρετσέλι, το γλυκό που γλύκαινε τις κοπιαστικές τους μέρες.

magiko-kostelidis

Τα αμπέλια δυστυχώς με το πέρασμα των ετών εγκαταλείφθηκαν και σήμερα το μόνο που έχει απομείνει είναι οι αγριοχαρουπιές που ορίζουν το παλιό αμπέλι του Παπά Λάζαρου. Από επίγειος παράδεισος, έγιναν ανεπίσημος σκουπιδότοπος. Όταν τύχει και περάσω από εκεί μελαγχολώ, αναλογιζόμενος την ομορφιά που υπήρξε κάποτε εδώ σε σύγκριση με την ασχήμια του σήμερα.

Μία μεγάλη πηγή πλούτου για όλον τον κάμπο της Ξάνθης ήταν το μεγάλο δάσος στο δέλτα του Νέστου (Κοτζά Ορμάν). Από τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς, με τα κάρα τους όλοι οι χωριανοί πήγαιναν στο δάσος για να κόψουν ξύλα ώστε να αντιμετωπίσουν το κρύο του χειμώνα και να μαγειρέψουν το καθημερινό φαγητό. Η εξόρμηση για ξυλεία γινόταν συνήθως με παρέες γειτόνων και διαρκούσε περίπου δύο μέρες. Από την ξυλεία του Κοτζά Ορμάν ζεστάθηκαν για δεκαετίες όλα τα χωριά του κάμπου και χτίστηκαν οι στάβλοι, οι αχυρώνες και οι αποθήκες των προσφύγων.

Το δάσος αναπλήρωνε της απώλειες από την υλοτομία, καθώς αναπτυσσόταν εύκολα λόγω του Δέλτα του ποταμού που είχε έδαφος εύφορο και πολύ υγρασία. Οι λεύκες που κυρίως το αποτελούσαν (μαύρα καβάκια), έφταναν σε πολύ μεγάλα μεeikona10γέθη ώστε 5 ή 6 άντρες δεν μπορούσαν να αγκαλιάσουν τον κορμό τους. Οι κισσοί και οι φτέρες ανάμεσα στα δέντρα, έκαναν το δάσος απροσπέλαστο και το έκαναν το τέλειο καταφύγιο για πολλά άγρια ζώα. Για τις παραπάνω αρετές του, το μεγάλο δάσος αποτέλεσε το καταφύγιο για τους αντάρτες κατά τη διάρκεια της κατοχής και του εμφυλίου. Τότε έγιναν πολλές προσπάθειες εμπρησμού του δάσους στα πλαίσια της δίωξης των ανταρτών, οι οποίες όμως απέτυχαν να το καταστρέψουν, λόγω της υψηλής του υγρασίας. Έτσι επιβίωσε έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οπότε οι κρατικές αρχές το εκρίζωσαν με μηχανικά μέσα. Εκεί που έστεκε κάποτε αγέρωχο, τώρα συναντά κανείς χωράφια και την Αμερικανική βάση του Δασοχωρίου. Ελάχιστα απομεινάρια του παλιού μεγαλείου έχουν μείνει παράλληλα στην κοίτη του Νέστου.

 

ΤΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ

Η Ξάνθη προπολεμικά υπήρξε το μεγαλύτερο καπνοπαραγωγικό κέντρο στη Βόρειο Ελλάδα με μεγάλη και εξαιρετικής ποιότητας παραγωγή, πολλά καπνομάγαζα, εταιρείες και γραφεία καπνεμπόρων. Κάποιοι έμποροι που ήταν αμερικανοί, είχαν κτίσει στη βόρεια πλευρά του χωριού, εκεί όπου σήμερα περνάει η Εγνατία οδός, ένα σπιτάκι. Εκεί η γη ήταν ακαλλιέργητη με φυσική πρασινάδα που την καθιστούσε ιδανική για γκολφ. Είχαν φτιάξει εκεί λοιπόν ένα γήπεδο που φρόντιζε και συντηρούσε ένας φύλακας. Έρχονταν οι Αμερικανοί έμεναν στο σπιτάκι και έπαιζαν γκολφ. Οι πιτσιρικάδες του χωριού έβρισκαν τη χαρά τους. Προσπαθούσαν να φανούν χρήσιμοι είτε κουβαλώντας τα μπαστούνια, είτε ψάχνοντας την μπάλα που χανόταν σε ψηλά χόρτα, έτσι ώστε να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο φιλοδώρημα που τόσο είχαν ανάγκη. Το σπιτάκι και το γήπεδο ερήμωσε από την έναρξη του πολέμου και δεν χρησιμοποιήθηκε ξανά από τότε.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

eikona11Η ειρηνική περίοδος όμως δεν κράτησε πολύ. Οι προσφυγικές οικογένειες που με τόσο κόπο είχαν καταφέρει να επιζήσουν και έχτιζαν με κοπιαστικά βήματα το μέλλον τους, είχαν και πολλά ακόμη βάσανα να αντιμετωπίσουν. Τα παιδιά πήγαν στο σχολείο ο πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ανυποψίαστα ότι αυτή η μέρα θα άλλαξε άρδην τη ζωή τους. Επέστρεψαν στα σπίτια και στα χωράφια για να βρουν τους γονείς τους και να τους ανακοινώσουν τα φοβερά νέα: κηρύχτηκε πόλεμος, τα σχολεία έκλεισαν, η Ιταλία επιτέθηκε στην Ελλάδα. Η καμπάνα του χωριού σήμανε και αυτή τα τρομερά μαντάτα και στα χείλη όλων μόνο μια λέξη αντηχούσε, πόλεμος….πόλεμος! Και τη σημασία της λέξης αυτής τη γνώριζαν πολύ καλά οι χωριανοί. Είχαν δει τις τρομερές συνέπειές του, στην ίδια τους τη ζωή.

Αμέσως όλοι τρέξανε στην κοινότητα του χωριού, όπου υπήρχε το μοναδικό ραδιόφωνο για να ακούσουν τα επίσημα νέα. Από εκεί ενημερωνόντουσαν σχετικά με την επιστράτευση και οι περισσότεροι άντρες του χωριού, εγκαταλείψαν τις οικογένειες, τα σπίτια και τα χωράφια τους και έφυγαν για το μέτωπο. Ήταν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν με όλη τους τη δύναμη και την ψυχή τις οικογένειές τους και όλα αυτά που με τόσα βάσανα είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν στη γη που πονούσαν τώρα πιο πολύ και από την παλιά τους πατρίδα.

Τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι, δυσκολεύτηκαν πολύ να αντεπεξέλθουν στην καθημερινότητα χωρίς τη συνδρομή των αντρών. Τα περισσότερα σταροχώραφα έμειναν άσπαρτα καθώς δε βοήθησε και οι καιρικές συνθήκες, αφού ο χειμώνας του 1940 ήταν πολύ βαρύς. Τα νέα από το μέτωπο ήταν αρχικά ενθαρρυντικά και τους έδιναν κουράγιο, όμως την άνοιξη του 1941 και τη γερμανική επίθεση, οι ελπίδες εξανεμίστηκαν.

Στα μέσα του Απριλίου, ήρθε από τη χωροφυλακή διαταγή στο χωριό να εγκαταλείψουν όλοι τα σπίτια τους, να πάρουν όλοι μαζί τους ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν και να κατευθυνθούν δυτικά προς την Καβάλα. Υπήρχε η εκτίμηση από τις Ελληνικές αρχές ότι ο Γερμανο-βουλγαρικός άξονας θα έβρισκε διέξοδο προς το Αιγαίο μέσω της Θράκης και δεν θα καταλάμβανε τη Μακεδονία, έτσι αποφασίστηκε η εκκένωση της Θράκης. Μια εκτίμηση που αποδείχθηκε εκ των υστέρων, παράλογα αισιόδοξη.

 

Εκτός από κάποιους ηλικιωμένους που αρνήθηκαν να απομακρυνθούν μην αντέχοντας να ξαναζήσουν το δράμα της προσφυγιάς, όλο το χωριό ξεσηκώθηκε ανάστατο να τραπεί σε φυγή. Έζεψαν τα ζευγάρια τους στα κάρα και φόρτωσαν επάνω ότι μπορούσαν από τα υπάρχοντά τους και πολλές φορές και τα πράγματα των πιο φτωχών γειτόνων που δεν είχαν κάρο και ξεκίνησαν. Ήταν ένα θλιβερό καραβάνι, όπου ακούγονταν τα κλάματα των παιδιών, οι θρήνοι των γυναικών και το αγκομαχητό των ζώων που έσερναν με κόπο τα φορτωμένα κάρα. Ήμουν μωρό 6 μηνών στην αγκαλιά της μητέρας μου πάνω στο κάρο και η γιαγιά μου κρατούσε και οδηγούσε πεζή τα βόδια ώστε να μη βαραίνει και αυτή το κάρο που είχε παραφορτωθεί ακόμη και με πράγματα γειτόνων. Όλοι μαζί, άνθρωποι και ζώα προχωρούσαν σε αυτόν τον καινούργιο Γολγοθά προς το άγνωστο.

Magiko-grigor

Το καραβάνι μεγάλωσε με την προσθήκη και των άλλων χωριών και πέρασε το Νέστο. Διανυκτέρευαν στο ύπαιθρο και συνέχιζαν προς τα δυτικά ώσπου έφτασαν έως την Καρβάλη. Εκεί τους πρόφτασαν τα νέα που ανέτρεψαν το σχέδιο φυγής. Οι γερμανοί είχαν καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα και προχωρούσαν ακάθεκτοι προς την Ξάνθη. Οι ελπίδες έσβησαν όταν παρακολούθησαν με έκπληκτα μάτια τα μηχανοκίνητα τμήματα του αγέρωχου γερμανικού στρατού να διασχίζουν με ταχύτητα το δρόμο, να τους προσπερνούν και να κατευθύνονται προς την Ξάνθη. Οι αναμνήσεις των παλαιοτέρων από εχθρικό στρατό, ήταν η εικόνα του μισοξυπόλητου και ανοργάνωτου τουρκικού στρατού που τους έδιωχνε από τις πατρογονικές τους εστίες. Τέτοιο θέαμα σαν το γερμανικό στρατό δεν είχαν αντικρίσει ποτέ. Φόβος αλλά και δέος φώλιαζε στην καρδιά τους καθώς ξεκίνησαν για την πορεία της επιστροφής στα χωριά τους.

Ενώ τα γυναικόπαιδα βρισκόταν στο ύπαιθρο, άκουγαν το θόρυβο της μάχης, οι άντρες της Θράκης προσπαθούσαν να υπερασπιστούν με αυτοθυσία και τα ελάχιστα μέσα που διέθεταν τα πάτρια εδάφη. Στη γέφυρα του Νέστου δόθηκε ισχυρή μάχη ώστε να αποτρέψουν τους γερμανούς να περάσουν προς τη Θράκη, αλλά η υπεροχή του εχθρού σε όπλα, αριθμό και εξοπλισμό, οδήγησε στην αναπόφευκτη ήτα των Ελλήνων υπερασπιστών.

Ο πατέρας μου Ευστάθιος Γρηγοριάδης που ανήκε στη φρουρά του Νέστου, μου διηγούνταν ότι είχαν λάβει εντολή να καταστρέψουν τη γέφυρα και να εμποδίσουν τους Γερμανούς να διασχίσουν το ποτάμι. Ανατίναξαν τη γέφυρα και αντιστάθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις. Την εμπειρία του από τη μάχη αυτή την αποτύπωσε στο παρακάτω ποίημα:

ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΥ ΤΑ ΘΟΛΑ ΝΕΡΑmagiko-grigoriadis-polemos

Του Νέστου τα θολά νερά
Τα όρη τα σκιάζουν
Εκεί κείνται ελληνόπουλα
Που όλοι τα θαυμάζουν

Οι Γερμανοί σαν φθάσανε
Στο Νέστο αρματωμένοι
Τη γέφυρα τη βρήκανε
Παντού κατεστραμμένη

Τις βάρκες ετοιμάσανε
για να περάσουν πέρα
αντίκρυ τους οι Έλληνες
τους βάλανε αέρα

Επίθεση αρχίσανε
Χάι Χίτλερ φωνάζουν
Μα τους ολίγους Έλληνες
Αυτά δεν τους τρομάζουν

Τρεις ώρες μάχη βάσταξε
Μες τ’άγριο σκοτάδι
Τοξότες και Παράδεισος
Καπνός γίναν και στάχτη

Μνημείο πρέπει να στηθεί
Γι’ αυτούς που είναι πεσμένοι
Πέσαν για την Ελλάδα μας
Για να’ ναι δοξασμένοι

Κατά τη διάρκεια της κατοχής, έγραψε ακόμη ένα ποίημα που το απήγγειλα αργότερα στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Σαν σήμερα ω έλληνες
Βροντούσε το κανόνι
Όχι απήντησε η Ελλάς
Και ας ήτανε και μόνη

Των ιταλών τα τάγματα
Τα πολυξακουσμένα
Στην Πίνδο και στον Καλαμά
Εβγήκαν ντροπιασμένα

Και στην Κλεισούρα , Κορυτσά
Χτυπούσαν οι καμπάνες
Κι’ Έλληνες ανάβανε
Της λευτεριάς λαμπάδες

Όλος ο κόσμος θαύμασε
Παιδιά αντρειωμένα
Με λόγχη π’ αντικρίσανε
Τα τανκς και τα κανόνια

Σημαία γαλανόλευκη
Πάντα θα κυματίζει
Η Ελλάδα κι’ αν υπέφερε
Στη δόξα θα βαδίζει

Ο ενθουσιασμός όμως από τις πρώτες νίκες είχε ήδη ξεχαστεί. Οι χωριανοί επέστρεψαν πίσω μετά από την ταλαιπωρία της άσκοπης μετακίνησης τους που κράτησε μια βδομάδα. Οι δουλειές στα χωράφια τους περίμεναν, τα καπνόφυτα χρειάζονταν πότισμα και ξεβοτάνισμα, αλλά η διάθεση όλων ήταν μαύρη. Τους είχε κυριέψει ο φόβος και η αβεβαιότητα. Θα τους άφηναν οι Γερμανοί να ζήσουν όπως πριν; Ήδη στο μικρό διάστημα που έλειψαν, οι μουσουλμάνοι των γύρω χωριών που δεν είχαν μετακινηθεί (η Τουρκία πρόσκειταν θετικά προς τον άξονα), είχαν βρει την ευκαιρία και είχαν ορμήσει στα άδεια Ελληνικά χωριά για πλιάτσικο των άδειων σπιτιών και εκφοβισμό των γερόντων που είχαν απομείνει μόνοι. Από τα σπίτια τους έλλειπαν εργαλεία και ότι άλλο μπορούσε να θεωρηθεί χρήσιμο, που όμως να καταγγείλουν τις κλοπές; Σε ποια αρχή;

Οι άντρες άρχισαν να επιστρέφουν από τις διαλυμένες τους μονάδες, αφού κατάφερναν να εξασφαλίσουν με χίλια παρακάλια κάποια πολιτική περιβολή, ώστε να μη συλληφθούν. Το χωριό άρχισε να αποκτά τους κανονικούς του ρυθμούς. Οι Γερμανοί, εκτός από κάποια μεγάλα ζώα που πήραν, συνήθως άλογα, δεν ενόχλησαν ιδιαίτερα τους χωρικούς. Δυστυχώς όμως η Θράκη δόθηκε στους Βούλγαρους κατά τη διανομή των εδαφών της Ελλάδας, οι οποίοι κατέφθασαν το καλοκαίρι του 1941, ακριβώς πάνω στην εποχή του θέρους.

Εγκαταστάθηκαν στην κοινότητα και το σχολείο του χωριού και άρχισαν να εφαρμόζουν πολύ σκληρή πολιτική. Ο στόχος ήταν ο αφελληνισμός της Θράκης, έτσι εφάρμοσαν πολύ σκληρά μέτρα κατά του ντόπιου πληθυσμού. Οι βουλγαρικές αρχές ήταν παρούσες στον αλωνισμό του σταριού εκείνης της πενιχρής ούτως ή άλλως σοδειάς. Επιτρέπουν σε κάθε οικογένεια να κρατήσει από το στάρι της αυστηρά μόνο όσο θα χρειαστεί για σπόρο την επόμενη σπορά και επιπλέον 170 κιλά για κάθε άτομο. Το υπόλοιπο το κατάσχουν. Επίσης εισβάλουν στα σπίτια και κατάσχουν ζώα και ότι άλλο φαγώσιμο βρίσκουν. Το φάσμα της πείνας πλακώνει απειλητικά όλα τα χωριά, όπως εξάλλου και όλη την υπόλοιπη χώρα.

Αναφέρονται πάρα πολλά περιστατικά βίαιων ξυλοδαρμών χωριανών χωρίς αιτία, με αφορμή ότι είχαν πάνω τους λίγο φαγητό που θα έτρωγαν στις δουλειές τους. Εισέβαλλαν απροειδοποίητα ξανά και ξανά στα σπίτια με την πρόφαση ότι αναζητούν τυχόν κρυμμένα όπλα και αρπάζουν ότι βρουν, ακόμη και το λιγοστό σιτάρι που τους είχαν επιτρέψει να κρατήσουν για σπόρο. Η επιβίωση γίνεται ένας καθημερινός αγώνας ενάντια στην πείνα και την τρομοκρατία. Οι χωριανοί καταφέρνουν να επιβιώσουν περισώζοντας από τη σοδειά τους ότι μπορούσαν να κρύψουν. Όταν θερίζουν τα στάχυα, κρυφά τα τινάζουν και τα κοπανούν με ξύλα, ώστε να πάρουν λίγο σιτάρι που το κρύβανε στις θημωνιές, στους αχυρώνες και στα υπόγεια. Η τιμωρία αν το ανακάλυπταν οι Βούλγαροι, εκτός από την κατάσχεσή του, είναι και ο βίαιος ξυλοδαρμός. Υπήρχε τέτοιος εκφοβισμός, ώστε ούτε μεταξύ τους δεν το ομολογούσανε.

Η εξαθλίωση και η πείνα έφεραν τους χωριανούς σε απόγνωση. Έβγαιναν και μάζευαν τσουκνίδες και χόρτα και τα έβραζαν χωρίς λάδι. Πολλοί έψαχναν φαγητό στα αμπέλια του χωριού όπου ζούσαν πολλές χελώνες και σκαντζόχοιροι, που έγιναν περιζήτητος μεζές, όσο για την ομελέτα από τα αβγά των χελωνών, αυτή ήταν σπάνια λιχουδιά. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η κατάσταση στα χωριά ήταν λιγότερο τραγική από τα αστικά κέντρα. Δεν πέρναγε μέρα που να μην έρχονταν εξαθλιωμένοι Ξανθιώτες να ζητιανέψουν λίγα ψίχουλα, ώστε να ζήσουν. Χαρακτηριστικά ένας χωριανός που βρέθηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Ξάνθης σε αγγαρεία με το κάρο του και κουβάλαγε για λογαριασμό των Βουλγάρων πατάτες, αναφέρει ότι όταν ένας στρατιώτης πέταξε μισό σακί πατάτες στο πεινασμένο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί και ικέτευε για τροφή, ορμήξανε και παλεύανε να πάρουν ο καθένας και από μία που την έτρωγε όπως ήτανε, ωμή με τις φλούδες. Πλήρης εξευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι θάνατοι από πείνα ήταν πολύ συχνοί, ιδίως μεταξύ των παιδιών και των ηλικιωμένων.

 

eikona15 

Εκτός από τον αγώνα κατά της ασιτίας, οι χωριανοί είχαν και πολλά άλλα να τους ταλαιπωρούν. Πολύ συχνά τους ανάγκαζαν να δουλεύουν για λογαριασμό των στρατευμάτων κατοχής, χωρίς βέβαια αμοιβή. Τα σχολεία ήταν κλειστά και γινόταν προσπάθεια εκβουλγαρισμού του πληθυσμού. Ο Έλληνας Παπα Λάζαρος εκδιώχθηκε από την εκκλησία και αντικαταστάθηκε από το Βούλγαρο Παπα-Ηλία που λειτουργούσε στα Βουλγαρικά. Η νεκρώσιμη ακολουθία για τον Παπα- Λάζαρο το 1943, έγινε έξω από την εκκλησία του χωριού που ήταν κλειδωμένη από το Βούλγαρο ιερέα. Ο αδερφός του θανόντα, αρχιμανδρίτης Παπα Χαρίτων έψαλε στα ελληνικά μαζί με όλο το χωριό την τελευταία ακολουθία στον αγαπητό από όλους ιερέα σε ατμόσφαιρα βαθιάς συγκίνησης.

Η καλλιέργεια του καπνού συνεχιζόταν κανονικά, αφού οι βουλγαρικές αρχές το απαιτούσαν έτσι ώστε να τον αγοράζουν σε εξευτελιστικές τιμές, πληρώνοντας με λίγα λέβα που είχαν ελάχιστη αγοραστική αξία. Ακόμη και ο βραδινός φωτισμός του καπνοχώραφου, απαραίτητος για τη συγκομιδή, ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα. Δεν είχαν πετρέλαιο για τις λάμπες τους, έτσι χρησιμοποιούσαν ασετιλίνη που την προμηθεύονταν με μεγάλη δυσκολία. Μέχρι τη Δράμα έστελναν τις ηλικιωμένες γυναίκες που δεν τις έλεγχαν ιδιαίτερα οι Βούλγαροι, ώστε να την αγοράσουν. Η ασετιλίνη ήταν μια γαλάζια πέτρα που στην επαφή της με το νερό δημιουργούσε εύφλεκτες αναθυμιάσεις που τις άναβαν και είχαν φωτισμό, μόνο όμως σε ανοικτό χώρο καθώς οι αναθυμιάσεις ήταν τοξικές. Για εσωτερικούς χώρους έφτιαχναν αυτοσχέδια κεριά με χοιρινό λίπος και βαμβακερό φυτίλι. Όλες οι καθημερινές δραστηριότητες είχαν μεταβληθεί σε άθλους που προσπαθούσαν με πολύ κόπο και ευρηματικότητα και πάντοτε με το φόβο του ξυλοδαρμού, της κατάσχεσης ή της φυλάκισης, να βγάλουν σε πέρας ώστε να επιζήσουν.

Κάποιες ελάχιστες οικογένειες δυστυχώς υπέκυψαν και «βουλγαρογραφτήκανε», αποκτήσανε δηλαδή τη Βουλγαρική υπηκοότητα και έπαψαν να υποφέρουν όσα τυραννούσαν τους υπόλοιπους συχωριανούς τους. Οι περισσότεροι όμως υπέμεναν με την ελπίδα της απελευθέρωσης βαθιά ριζωμένη μέσα τους. Υπήρξαν χωριανοί που αποφάσισαν να εργασθούν έμπρακτα για αυτό τον ιερό σκοπό και έφυγαν ώστε να ενισχύσουν τα αντάρτικα που είχαν οργανωθεί στο Κοτζά Ορμάν. Οι συνέπειες για τις οικογένειές τους είναι τραγικές.

Χαρακτηριστικά, όταν το 1942 ο Κωνσταντίνος Μαργαριτόπουλος, έφυγε για να ενισχύσει το αντάρτικο του καπετάν Βαγγέλη στο Κοτζά Ορμάν, οι Βούλγαροι έπιασαν τον μεγαλύτερο του γιο Στέργιο σε ηλικία 13 ετών και των ρωτούσαν που είναι ο πατέρας του. Όσο το παιδί τους απαντούσε ότι δε γνωρίζει, τόσο τον βασάνιζαν χτυπώντας τον στις πατούσες με το βούρδουλα. Το μαρτύριο κράτησε για ώρες μέχρι που τα πόδια του έγιναν κατάμαυρα από το ξύλο και αδυνατούσε να τα πατήσει. Δύο ηλικιωμένες γυναίκες τον κουβάλησαν στο σπίτι, όπου έμεινε στο κρεβάτι και μπόρεσε να περπατήσει με δυσκολία μετά από δύο μήνες. Τα μικρότερα αδερφάκια του 8 και 3 ετών, δεν κατάφεραν να επιζήσουν και πέθαναν από την πείνα.

O επόμενος που έφυγε για το αντάρτικο το 1943, ήταν ο Ζήσης Χρήστος, γνωστός ως Καραγκούνης λόγω της καταγωγής του από το Μουζάκι της Καρδίτσας, που ήταν ενωμοτάρχης στην ανατολική Θράκη και κατέληξε στο Μαγικό με τη γυναίκα του Ροδόπη μαζί με τους υπόλοιπους Θρακιώτες πρόσφυγες. Όταν διαπίστωσε ότι οι Βουλγαρικές αρχές τον υποπτεύονταν, λόγω ίσως της προϋπηρεσίας του, έφυγε αμέσως για το Κοτζά Ορμάν. Οι στρατιώτες κύκλωσαν αμέσως το σπίτι του και πήραν τη γυναίκα του στην κοινότητα. Εκεί άρχισε η ανάκριση στην οποία για καλή της τύχη ήρθε και ο Βούλγαρος πρόεδρος του χωριού που είχε μεγαλύτερη εξουσία από τους στρατιωτικούς. Ήταν ο Μπάι Στέφανος, που ήταν καινούργιος και πιο ήπιος από τον προκάτοχό του. Όταν λοιπόν του εξήγησαν γιατί ανακρίνουν τη γυναίκα, είπε: Ο άντρας της ήταν ένας αλήτης που την παράτησε με τέσσερα παιδιά και έφυγε, αφήστε την λοιπόν να πάει στα παιδιά της. Έτσι γλίτωσε η κυρία Ροδόπη τις συνηθισμένες για τις οικογένειες των ανταρτών, συνέπειες.

Για το αντάρτικο φύγανε επίσης λίγο αργότερα ο Χαμαϊλίδης Κυριαζής και ο Φωτεινόπουλος Ευθύμιος. Όλοι οι χωριανοί μας αντάρτες ήταν στο Κοτζά Ορμάν και έρχονταν στο χωριό με μεγάλες προφυλάξεις για να δουν τις οικογένειες τους αλλά και για να ξεσηκώσουν τους υπόλοιπους άντρες του χωριού να αντισταθούν στη Βουλγαρική κατοχή. Το αντάρτικο όπως και σε κάθε γωνιά της Ελλάδος, φούντωνε και δυνάμωνε και στην Ξάνθη. Οι κατακτητές όμως είχαν τη δύναμη ακόμη να εκφοβίζουν και να ελέγχουν την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Το πρωί της Κυριακής των Βαΐων του 1943, οι Βούλγαροι έστησαν τα πολυβόλα τους σε θέση βολής στην πλατεία του χωριού και συγκέντρωσαν όλους τους άντρες ηλικίας άνω των 16 ετών. Τα αδέρφια Ιωάννης και Κων/νος Τερζανίδης, ειδοποιήθηκαν έγκαιρα από το δεκάχρονο ανιψιό τους Λάζαρο Τερζανίδη και έφυγαν για τα αντάρτικα. Οι Σάββας Τοπσίδης και Ιωάννης Κωστελίδης, που επιχείρησαν να κάνουν το ίδιο, πιάστηκαν και σύρθηκαν με βουρδουλιές από τους έφιππους στρατιώτες στην πλατεία, όπου είχαν συγκεντρωθεί όλοι.

Η αγωνία του πλήθους ήταν μεγάλη. Τι αποτρόπαια σχέδια είχαν άραγε οι κατακτητές; Τι τους περίμενε; Ανάμεσα στους χωριανούς ήταν και ο Θωμάς Σιδηρόπουλος, που καταγόταν από τον Καύκασο και είχε μάθει τα ρώσικα κατά τη διάρκεια της ρωσικής εκεί κυριαρχίας έως το 1918. Πλησίασε λοιπόν το Βούλγαρο Αξιωματικό και του είπε σε άπταιστα Ρωσικά: Εσείς που είστε ένα οργανωμένο κράτος με έναν οργανωμένο στρατό, γιατί θέλετε να σκοτώσετε έναν άμαχο πληθυσμό; Τι κατηγορίες έχετε εναντίον μας; Ο αξιωματικός ξαφνιάστηκε με την ευχέρεια και την ευστοχία των λόγων του και του απάντησε και αυτός στα Ρωσικά, δείχνοντας το πλήθος: Πολλοί από αυτούς βοηθούν τους αντάρτες! Ο κύριος Θωμάς δεν πτοήθηκε και απάντησε: Αυτές είναι ανυπόστατες κατηγορίες. Εμείς είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι που κοιτάζουμε τις δουλειές μας και ουδεμία σχέση έχουμε με αυτά που μας κατηγορείτε!

Ο αξιωματικός πήγε στην κοινότητα του χωριού και η αγωνία στο πλήθος κορυφωνόταν, όσο δεν επέστρεφε. Οι γυναίκες και τα παιδιά παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα από τους γύρω δρόμους. Όταν επιστρέφει ο Αξιωματικός δίνει την εντολή να ξεχωρίσουν από το πλήθος οι παρακάτω:
· Ζήσης Ιωάννης (υιός του Χρήστου Καραγκούνη)
· Τοπτσίδης Σάββας
· Κωστελίδης Ιωάννης
· Σπανός Ιωάννης
· Δολαπτσόγλου Ανέστης και ο υιός του Γεώργιος
· Μπούρας Ιωάννης (γαμπρός του αντάρτη Χαμαϊλίδη Κυριαζή) και οι υιοί του Στέργιος και Παναγιώτης
· Γουσγουριώτης Παναγιώτης
· Ηλιόπουλος Κωνσταντίνος
· Τοπαλίδης Μιχαήλ
· Βλάχος Αντώνιος και ο αδερφός του Αναστάσιος
(εάν δεν αναφέρθηκε κάποιος, δεν έγινε σκοπίμως)
Με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν οι παραπάνω, δεν έγινε γνωστό. Ποιος άραγε κατέδωσε τους συγχωριανούς του;

Οι υπόλοιποι αφέθηκαν ελεύθεροι να επιστρέψουν στα σπίτια τους και όλοι ευχαριστούσαν τον Θωμά Σιδηρόπουλο για την παρέμβασή του. Ο αξιωματικός του έσφιξε το χέρι και τον ρώτησε για τα άπταιστα ρωσικά του. Ίσως με αυτά να έσωσε όλους τους άντρες του χωριού, ίσως πάλι οι Βούλγαροι να ήθελαν απλώς να τους εκφοβίσουν και όχι να τους εκτελέσουν. Παρόμοια περιστατικά εξάλλου αναφέρονται και σε άλλα γειτονικά χωριά.

Τους δεκατέσσερις που ξεχώρισαν από το χωριό μας τους οδήγησαν πεζούς και με βουρδουλιές στην Ξάνθη. Τον κύριο Τοπαλίδη Μιχαήλ μάλιστα που δεν μπορούσε να περπατήσει καλά και ήταν και ηλικιωμένος, τον ποδοπατούσαν με τα άλογά τους. Εκεί δικάστηκαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν από δύο έως τέσσερις μήνες.

Όσο η κατοχή συνεχίζεται, τόσο και άλλοι χωριανοί ενισχύουν τον αντιστασιακό αγώνα. Σταδιακά αναχωρούν οι: Κούδρος Δημήτριος (ή Μιτάκος), Βουτσάς Νικόλαος, Αντωνιάδης Κωνσταντίνος, Τσιλιγγίρης Γεώργιος, Πανίδης Παναγιώτης, Γουσγουριώτης Δημήτριος, Ευστάθιος και Γεώργιος Τσαρτσάρας, Μαυρίδης Δημήτριος, Τοπσίδης Σάββας και Θεοφάνης και Λαζαρίδης Γεώργιος. Για ένα τόσο μικρό χωριό, ο αριθμός των αντιστασιακών αγωνιστών ήταν σημαντικός και μαρτυράει την αγάπη των χωριανών για την πατρίδα τους.

Τον Οκτώβριο του 1944, οι Βουλγαρικές αρχές άρχισαν να αναχωρούν από τη Θράκη, έχοντας χάσει τον πόλεμο. Η ευλογημένη πνοή της ελευθερίας επιστρέφει σταδιακά και στον κάμπο της Ξάνθης. Οι Βούλγαροι φορτώνουν σε κάρα ότι μπορούν να πάρουν μαζί τους και αναχωρούν με τα τρένα. Πηγαίνουν για τελευταία φορά στα σπίτια των Ελλήνων και ζητούν με την απειλή των όπλων τα ζευγάρια και τα κάρα τους. Οι άντρες κρύβονται γιατί φοβούνται μήπως τους πάρουν αιχμαλώτους.

Έτσι ήρθαν και στο σπίτι μας και ζήτησαν από τη γιαγιά μου Σωτηρία Γρηγοριάδου να ζέψει τα βόδια στο κάρο μας και να πάει μαζί τους, έως το σιδηροδρομικό σταθμό και μετά να επιστρέψει πίσω με το κάρο της. Ο φόβος όμως δεν την άφηνε να τους πιστέψει και να τους ακολουθήσει και τους είπε: Πάρτε ότι θέλετε, αλλά εγώ μαζί σας δεν έρχομαι! Μήπως ήταν πρώτη φορά που θα έχανε το βιός της; Την ψυχή της μόνο να μην παίρνανε και θα τα έφτιαχνε πάλι όλα από την αρχή. Αφήστε τα ελεύθερα όταν τελειώσετε, τους είπε, και θα βρουν αυτά το δρόμο τους. Πράγματι, το σούρουπο τα βόδια επέστρεψαν μόνα τους σέρνοντας το αδειανό κάρο και η χαρά της γιαγιάς μου ήταν απερίγραπτη.